Monday, November 16, 2009

Δράκοι και νεράιδες (14-11-2009)

Yπάρχει ένας κανόνας που λέει ότι στην πολιτική το παιχνίδι συνήθως το κερδίζει αυτός που έχει να χάσει τα λιγότερα. Η περίπτωση του Αντ. Σαμαρά φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα.

Όταν ο Μεσσήνιος πολιτικός αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, πολλοί πίστευαν ότι δεν έχει μεγάλη τύχη απέναντι στο, σαν έτοιμο από καιρό, «θωρηκτό» Ντόρα Μπακογιάννη.

Μάλιστα, κάποιοι υποστήριζαν ότι ο Δημ. Αβραμόπουλος είχε περισσότερες πιθανότητες να είναι αυτός δεύτερος στις προτιμήσεις των συντηρητικών ψηφοφόρων. Όλοι αυτοί διαψεύστηκαν, όπως είχαν διαψευστεί και, πριν από δύο χρόνια, στη σύγκρουση Παπανδρέου – Βενιζέλου για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ.

Διαγενομένου του χρόνου, η υποψηφιότητα Σαμαρά ενδυναμώνεται και πλέον η αναμέτρηση για την ηγεσία της Ν.Δ. έχει εξελιχθεί σε ντέρμπι, με τον πρώην υπουργό Πολιτισμού μάλιστα να προηγείται σύμφωνα με δημοσκοπήσεις.

Αντίθετα, η υποψηφιότητα της Ντόρας Μπακογιάννη εμφανίζεται, στην καλύτερη των περιπτώσεων, καθηλωμένη στα αρχικά ποσοστά της εκκίνησης για τη διαδοχή Καραμανλή.

Ο Αντ. Σαμαράς φαίνεται ότι ξεδιπλώνει μια στρατηγική συνεχών βημάτων. Αρχικά πλασαρίστηκε ως το αουτσάιντερ, στο οποίο μπορούν να ποντάρουν οι αντίπαλοι της οικογένειας Μητοστάκη. Ως αντίπαλο δέος του «μητσοτακισμού» συσπείρωσε τον σκληρό πυρήνα της Δεξιάς της δεκαετίας του 1970. Μετά, καταθέτοντας ένα συγκεκριμένο ιδεολογοπολιτικό πλαίσιο ανασύνταξης της Κεντροδεξιάς, καθιερώθηκε στη συνείδηση των νεοδημοκρατών και ευρύτερα των πολιτών ως ο δεύτερος σε δύναμη, μετά την Ντ. Μπακογιάννη, υποψήφιος.

Αποχωρώντας από την κούρσα της διαδοχής ο Δημ. Αβραμόπουλος, τον προσεταιρίστηκε, και αυτός ο «αρραβώνας» τού προσέθεσε δυναμική τελικού νικητή.

Η κοινή πλατφόρμα με τον πρώην υπουργό Υγείας καθιστά τον Αντ. Σαμαρά όχι ισχυρό μειοψηφικό πόλο, αλλά πλειοψηφική δύναμη. Τώρα του απομένουν τρία πράγματα.

Πρώτον, να θέσει ισχυρά διλήμματα στους ψηφοφόρους, ώστε η υποψηφιότητά του να είναι έντονα διακριτή από αυτή της Ντ. Μπακογιάννη.

Δεύτερον, να συρρικνώσει ή και να θέσει εκτός μάχης τον Παν. Ψωμιάδη, του οποίου η πλειοψηφία των οπαδών βρίσκεται εγγύτερα στα εθνικοπατριωτικά και λαϊκοδεξιά προτάγματα με τα οποία είναι γαλουχημένη, παραδοσιακά, η συντηρητική παράταξη.

Και, τρίτον, να αυξήσει την πίεση, άρα και τον εκνευρισμό, στην αντίπαλό του -που ήδη τις τελευταίες ημέρες είναι έντονος, ιδιαίτερα στα λεγόμενα «εξαπτέρυγά» της-, χωρίς όμως να πέσει στην παγίδα της διχαστικής και ακραία πολωτικής συμπεριφοράς, στην οποία φαίνεται ότι θέλουν να τον παρασύρουν η Ντ. Μπακογιάννη και οι επιτελείς της.

Αν τα καταφέρει, έχει περισσότερες ελπίδες να είναι, κόντρα στα προγνωστικά, αυτός ο επόμενος αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας.

Η Ντ. Μπακογιάννη νόμισε ότι αρκεί η προετοιμασία χρόνων για να κερδίσει το παιχνίδι. Η υποψηφιότητά της δεν έχει ισχυρά πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά σημεία αναφοράς. Είναι μια υποψηφιότητα που κυρίως στηρίζεται στην εικόνα του δελφίνου την οποία είχε με επιμέλεια φιλοτεχνήσει.

Πίστεψε ότι για να κερδίσει αρκεί να στηριχθεί πρώτον σε παράγοντες (εντός και εκτός Ν.Δ.) διαμεσολάβησης και επιρροής των εκλεκτόρων – αρχικά των συνέδρων και μετέπειτα των κομματικών μελών. Και δεύτερον στη διαχρονική επιρροή του πατρός της, του Κ. Μητσοτάκη, στη Νέα Δημοκρατία. Αποδεικνύεται ότι αυτά δεν αρκούν.

Επιπροσθέτως, η υποψηφιότητα της Ντ. Μπακογιάννη έχει δύο μειονεκτήματα. Πρώτον, ταυτίζεται στη συνείδηση των ψηφοφόρων με τον κυβερνητισμό και μάλιστα του ύστερου καραμανλισμού, ο οποίος αποδοκιμάστηκε και ηττήθηκε πανηγυρικά στις πρόσφατες εθνικές εκλογές.

Το προφίλ της Ντόρας Μπακογιάννη, όπως τουλάχιστον καταγράφεται στη συνείδηση ευρύτερα των πολιτών, άρα και των νεοδημοκρατών, δεν είναι αυτό της πολιτικού των ρήξεων και των ανατροπών, αλλά της συναινετικής άμα και υστερόβουλης διαχείρισης των κρατικών υποθέσεων και των αναγκαίων πολιτικο-επιχειρηματικών ισορροπιών και συμψηφισμών στην άσκηση της εξουσίας. Και, δεύτερον, η υποψηφιότητα Μπακογιάννη δεν συγκινεί, επειδή όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε καταναλωθεί ως κάτι το αναμενόμενο.

Σχεδόν άπαντες, εντός και εκτός της Ν.Δ., την εκλάμβαναν ως την «ερχόμενη», η οποία μάλιστα, ιδιαίτερα τον τελευταίο χρόνο διακυβέρνησης της Ν.Δ., έβαζε κι αυτή το χεράκι της για να ’ρθει μια ώρα νωρίτερα η διαδοχή του Κ. Καραμανλή, δηλαδή η δική της ώρα.

Η υποψηφιότητα Σαμαρά είναι πιο συναρπαστική, επειδή εμπεριέχει το μη αναμενόμενο. Εάν εκλεγεί, θα είναι όντως μια ριζική ανατροπή στα πολιτικά ειωθότα. Από την πολιτική έρημο θα βρεθεί στο κέντρο.

Αυτό, εκτός από το να συνιστά έκπληξη, σε προδιαθέτει και για ριζοσπαστισμό στην εφεξής πολιτική του συμπεριφορά, αφού θα πρέπει να διαμορφώσει τα νέα σημεία ισορροπίας της συντηρητικής παράταξης στο πολιτικό σύστημα, αλλά και ευρύτερα στον δημόσιο βίο.

Αντίθετα, εάν εκλεγεί η Ντόρα Μπακογιάννη, θα είναι κάτι σαν ρουτίνα, σαν μια προδιαγεγραμμένη πορεία, η οποία απλώς θα αναμένει τον χρόνο ωρίμανσης προκειμένου η Ν.Δ. να επιστρέψει στην εξουσία.

Για να το πω με πιο απλά λόγια και για να γίνει περισσότερο κατανοητό, το… παραμύθι του Αντ. Σαμαρά έχει «δράκους», που εξιτάρουν τη φαντασία και ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά, ενώ το… παραμύθι της Ντόρας Μπακογιάννη έχει «νεράιδες» που σε αποκοιμίζουν ευχάριστα.

Στην κατάσταση που βρίσκεται, όμως, η Ν.Δ. μετά τη συντριβή στις εκλογές του Οκτωβρίου, η ρουτίνα και οι «νεράιδες» δεν αποτελούν απάντηση στην πολυεπίπεδη κρίση στην οποία έχει εισέλθει η εγχώρια συντηρητική παράταξη.

Χρειάζεται κάτι συγκλονιστικό, που θα την αναγκάσει να επανατοποθετηθεί στο πολιτικό σύστημα. Χρειάζεται επαναθεμελίωση και επανίδρυση. Μόνο μέσω μιας στρατηγικής «δημιουργικής αναστάτωσης» η Κεντροδεξιά μπορεί να έχει μέλλον στη χώρα μας σε προβλεπτό χρόνο.

Διαφορετικά, θα φθίνει και τμήματά της θα αποκόπτονται είτε εκ δεξιών από τον ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη είτε εξ ευωνύμων από το νεωτερικό και νηφάλιο ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου.

Εδώ να σημειώσουμε και ένα επιπλέον μειονέκτημα της Ντ. Μπακογιάννη. Με τη θυγατέρα του Κ. Μητσοτάκη επικεφαλής, η Ν.Δ. έχει περιορισμένη δυνατότητα διεύρυνσης προς το ΠΑΣΟΚ, καθώς ο αντιμητσοτακισμός είναι πολύ ισχυρός στο κόμμα των Παπανδρέου.

Ακόμη και το 1989, με τον Ανδρέα Παπανδρέου υπόδικο και το εκδοτικό κατεστημένο απέναντί του, το ΠΑΣΟΚ διατήρησε πολύ υψηλά εκλογικά ποσοστά (38-40%). Χρειάστηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για να γίνει ο Κ. Μητσοτάκης πρωθυπουργός. Η εύκολη απάντηση είναι ότι γι’ αυτό φταίει ο εκλογικός νόμος. Σίγουρα.

Μόνον που σήμερα υπάρχει μια πραγματικότητα που τότε δεν υπήρχε. Κι αυτή είναι ο ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη που συγκεντρώνει το 6% του εκλογικού σώματος. Και το οποίο επίσης είναι πολύ δύσκολο να «τρυπήσει» η Ντ. Μπακογιάννη.

Αντίθετα, ο Αντ. Σαμαράς μπορεί να επικοινωνήσει σχετικά εύκολα με το εθνικο-λαϊκιστικό ακροατήριο του Γ. Καρατζαφέρη ενώ, υπό προϋποθέσεις, μπορεί όπως και ο Κ. Καραμανλής να βρει ακροατές στο λαϊκο-πατριωτικό τμήμα του ΠΑΣΟΚ.

Ο λεγόμενος «μεσαίος χώρος», στον οποίον ευελπιστεί να στηριχθεί η Ντ. Μπακογιάννη για να ξεπεράσει αυτό το διπλό κενό, δεν είναι σίγουρο ότι εμπιστεύεται την πολιτικο-τεχνοκρατική της επάρκεια. Εμπιστεύτηκε τον Κ. Σημίτη επειδή όντως αυτός εξέφρασε με επάρκεια τη στρατηγική του εκσυγχρονισμού, ενώ σήμερα μάλλον καλύπτεται ικανοποιητικά από τη νεωτερικότητα και τη σοσιαλδημοκρατική ηρεμία του Γ. Παπανδρέου.

Και, βέβαια, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν ότι, λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης και του δημοσιονομικού εκτροχιασμού της χώρας, η ταλάντωση του πολιτικού μας συστήματος μάλλον κινείται προς τα άκρα.

Αυτό προοπτικά ευνοεί τον ριζοσπαστισμό των μαζών και προς τα αριστερά και προς τα δεξιά και κατ’ επέκτασιν τα ποπουλίστικα κόμματα.

Από αυτή την άποψη η στρατηγική «δεξιάς έντασης» του Αντ. Σαμαρά έχει περισσότερες πιθανότητες να ευδοκιμήσει εκλογικά στο προβλεπτό μέλλον, απ’ ό,τι η πρόταση «κεντρώας ηρεμίας» της Ντ. Μπακογιάννη.

Δεν ξέρω εάν το εναπομείναν δεκαπενθήμερο η Ντ. Μπακογιάννη μπορεί ν’ αλλάξει στρατηγική. Μάλλον δύσκολο, καθότι αφενός είναι αιχμάλωτη της, από μακρού χρόνου, φιλοτεχνηθείσας εικόνας της και αφετέρου διότι θα ήταν και ανόητο να το πράξει, αφού είναι αδύνατο να μεταμορφωθεί εν μια νυκτί σε κάτι που δεν είναι.

Εάν το αποπειραθεί, μάλλον θα χάσει παρά θα κερδίσει. Και, βέβαια, είναι ολέθρια η επ’ εσχάτων τακτική της να προσπαθεί να αντιγράψει τον Γ. Παπανδρέου στη σύγκρουση με τον Ευάγγ. Βενιζέλο.

Η όψιμη καταγγελία της περί συμφερόντων που στηρίζουν τον Αντ. Σαμαρά δεν πείθει, όταν τόσα χρόνια εθεωρείτο η ίδια η εκλεκτή των συμφερόντων και μάλλον απολάμβανε το να θεωρείται ως, τουλάχιστον τηλεοπτικό, «δίδυμο» με τον Ευάγγ. Βενιζέλο.

Όπως επίσης δεν της προσφέρει πόντους η όψιμη ρητορική των «εξαπτέρυγών» της περί πιθανής διάσπασης της Ν.Δ. εφόσον εκλεγεί ο Αντ. Σαμαράς. Προφανώς, κάποιοι ανόητοι σύμβουλοί της την έπεισαν ότι μπορεί και σ’ αυτό το σημείο να αντιγράψει τον Γ. Παπανδρέου.

Ο Γ. Παπανδρέου, όντως, κέρδισε τον Ευάγγ. Βενιζέλο, εγγυόμενος εκτός των άλλων και τη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ (αφήνοντας δηλαδή τεχνηέντως ανοιχτό το ενδεχόμενο να ιδρύσει νέο κόμμα εφόσον δεν κέρδιζε την εσωκομματική εκλογή), σε αντίθεση με τον αντίπαλό του που πολιτευόταν στο όνομα της ενότητας και του όλου ΠΑΣΟΚ.

Όμως, ο Γ. Παπανδρέου, πρώτον, όντως ήταν αποφασισμένος να το πράξει, οπότε αυτομάτως το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Ευάγγ. Βενιζέλο, δεν θα κέρδιζε εκλογές και σταδιακά θα μετατρεπόταν σε Ένωση Κέντρου.

Δεύτερον, ο παπανδρεϊσμός ήταν και είναι κυρίαρχο ρεύμα στο ΠΑΣΟΚ. Και, τρίτον, ο Γ. Παπανδρέου έχει ένα πολιτικό, ιδεολογικό και αξιακό φορτίο (η νεωτερικότητά του, οι συγκροτημένες σοσιαλδημοκρατικές του απόψεις, το διεθνές status του, η οικογενειακή του παράδοση κ.ά.) το οποίο θα του εξασφάλιζε τουλάχιστον ένα 15-20% στις εκλογές εάν κατήρχετο μόνος του χωρίς το ΠΑΣΟΚ.

Αντίθετα, ο μητσοτακισμός είναι μειοψηφικός πόλος στη συντηρητική παράταξη. Η Ντ.Μπακογιάννη δεν διαθέτει το αντίστοιχο με τον Γ. Παπανδρέου φορτίο και σίγουρα ο μητσοτακισμός στην κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομα, όπως ο παπανδρεϊσμός και ο καραμανλισμός.

Και, τρίτον, είναι βέβαιο ότι ελάχιστοι από τους σημερινούς υποστηρικτές της θα την ακολουθούσαν σ’ ένα, εκτός Ν.Δ., κόμμα. Εάν, δε, ήθελε να το τολμήσει, εφόσον βεβαίως χάσει τη μάχη για την ηγεσία, θα έπρεπε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι μπαίνει σε μια περιπέτεια που πιθανότατα δεν θα έχει ευδόκιμη κατάληξη.

Και, βέβαια, θα ήταν πολύ οδυνηρό για την ίδια, αλλά και την οικογένειά της, να τους ξανακολλήσουν τη ρετσινιά του «αποστάτη». Μόχθησαν τόσα χρόνια, σε όλη τη Μεταπολίτευση, τόσο ο πατέρας της όσο και η ίδια, να αποτινάξουν αυτή τη ρετσινιά.

Θα ήταν κρίμα και σίγουρα πολιτικά αφελές, ο μητσοτακισμός, ως κεντρώα και νεοφιλελεύθερη συνιστώσα, να αποκολληθεί από μια μεγάλη παράταξη όπως η συντηρητική και να μείνει μόνος του σαν… καλαμιά στη μέση του κάμπου.

Μια τέτοια εξέλιξη το μόνο αποτέλεσμα που μπορεί να έχει είναι να λυγίσει και να σπάσει από τους αγέρηδες του καραμανλισμού και του παπανδρεϊσμού. Η Ντ. Μπακογιάννη είναι έξυπνη για να χάσει τόσα πολλά.

Άρα, το να παραμείνει στη Ν.Δ. είναι μονόδρομος. Όπως μονόδρομος είναι και για τον Αντ. Σαμαρά να παραμείνει στην παράταξη αν χάσει. Εξάλλου, όλο αυτό το διάστημα, κέρδισε τόσα πολλά που θα ήταν ανοησία να τα χάσει. Και, βέβαια, μια δεύτερη «αποστασία» του θα ισοδυναμούσε με οριστικό πολιτικό θάνατο.

Ας αφήσουν λοιπόν στη Ν.Δ. τις «κοκορομαχίες» για το παρελθόν και τις αποστασίες και ας επικεντρώσουν την αντιπαράθεσή τους στο μέλλον της συντηρητικής παράταξης, που μετά την εκλογική συντριβή του Οκτωβρίου είναι άδηλον και χρειάζεται πολλούς «σκαπανείς» για να το ανακαλύψουν…

Monday, November 09, 2009

Το λάθος του Γιώργου (07-11-2009)

Το σχέδιο προϋπολογισμού κατετέθη. Ασφαλώς δεν ήταν ευχάριστο για όσους αφελώς νόμιζαν ότι η νέα κυβέρνηση άμα τη ελεύσει της θα έλυνε τα προβλήματα, θα επετύγχανε την ανάπτυξη, θα κατάφερνε την αναδιανομή του εισοδήματος, θα βελτίωνε τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων, θα αναστύλωνε τη μεσαία τάξη.

Σίγουρα όσοι αιθεροβάμονες πίστευαν ότι με το εκλογικό αποτέλεσμα της 4ης Οκτωβρίου περατούται η παγκόσμια οικονομική κρίση και άρχεται στα καθ’ ημάς ο τέταρτος δρόμος για τον σοσιαλισμό θα απογοητεύτηκαν από τις εξαγγελίες του υπουργού Οικονομικών.

Είναι βέβαιο ότι από προχθές, μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, θα άλλαξαν γνώμη και θα μελαγχόλησαν όσοι θεωρούσαν ότι αρκεί να φύγουν οι «κακοί» και να ’ρθουν οι «καλοί» για να μειωθεί η ανεργία, να αυξηθούν οι συντάξεις, να ζήσουν καλά οι φτωχοί, οι εργαζόμενοι, οι μισθοσυντήρητοι, οι αγρότες και καλύτερα οι έμποροι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιχειρηματίες.

Όλοι αυτοί ορθώς απογοητεύτηκαν, επειδή δεν είχαν συνειδητοποιήσει τη δραματική κατάσταση στην οποίαν βρίσκεται η χώρα και φαντασιώνονταν με τις δήθεν υπερφυσικές δυνάμεις και τις μαγικές λύσεις του Γ. Παπανδρέου και της κυβέρνησής του.

Όμως, εκτός από αυτούς, κινδυνεύουν να απογοητευθούν και οι ρεαλιστές, οι πραγματιστές που γνωρίζουν ακριβώς πώς έχουν τα (άθλια) οικονομικά πράγματα και τι πρέπει να γίνει. Αυτοί απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από τον Κ. Καραμανλή επειδή έβλεπαν ότι με το ήθος και το ύφος που ασκούσε την εξουσία, καθώς και με τη λαθεμένη και ανερμάτιστη πολιτική του, οδηγούσε τη χώρα στη χρεοκοπία και την εξαθλίωση.

Αυτοί επένδυσαν στον ερχομό του Γ. Παπανδρέου, πιστεύοντας ότι αφενός τουλάχιστον θα νοικοκυρέψει και θα εξορθολογίσει τα δημόσια οικονομικά και αφετέρου θα θέσει κανόνες διαφάνειας, ευνομίας και ορθής λειτουργίας του κράτους, αλλά και στην άσκηση της επιχειρηματικότητας.

Στο δεύτερο σκέλος των προσδοκιών τα πρώτα δείγματα της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι όντως θετικά και ενθαρρυντικά. Στο πρώτο σκέλος, όμως, χωρούν πολλές ενστάσεις. Ο Γ. Παπανδρέου κακώς προσπαθεί να φανεί ευχάριστος στους αδύναμους και τα λαϊκά στρώματα. Κακώς δίνει επιδόματα και εξαγγέλλει ελαφρύνσεις. Κακώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο προεκλογικό του πρόγραμμα και την άθλια πραγματικότητα που παρέλαβε.

Η αλήθεια είναι μία και μόνη. Η χώρα είναι χρεοκοπημένη και είναι λάθος να δίνεται η εντύπωση ότι μπορεί να ανακάμψει με ημίμετρα. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο ζοφερή από αυτή που περιγράφεται. Και αύριο θα γίνει χειρότερη αν συνεχίσει ο ημι-λαϊκισμός.

Αυτό που έπρεπε να κάνει ο Γ. Παπανδρέου, αφ’ ης στιγμής διαπιστώνεται η επικρατούσα δημοσιονομική αθλιότητα, είναι να πει τα πράγματα με το όνομά τους και να μην προσπαθεί με μέτρα και νομοσχέδια οριακής και αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας να διατηρήσει το φιλολαϊκό προφίλ του (κυβερνώντος σήμερα) κόμματός του.

Έπρεπε προχθές στο Υπουργικό Συμβούλιο, διαγγελματικώ τω τρόπω, να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Να πει ευθέως ότι το κυβερνητικό μου πρόγραμμα, οι προεκλογικές μου εξαγγελίες και δεσμεύσεις δεν ισχύουν.

Διαγράψτε τα όλα, ως μηδέποτε λεχθέντα, επειδή η κατάσταση που παρέλαβα είναι χειρότερη ακόμη κι απ’ τις πιο κακές πιθανολογήσεις μου. Έπρεπε να δραματοποιήσει την κατάσταση μήπως και συναισθανθούν όλοι οι Έλληνες το αδιέξοδο και αποφασίσουν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να πορεύονται με ψεύτικα όνειρα που αύριο κιόλας, το 2010, θα γίνουν εφιάλτες.

Η πολιτική που επέλεξε η κυβέρνηση, αυτή της ακροβασίας μεταξύ αισιόδοξων προεκλογικών δεσμεύσεων και τρισάθλιας δημοσιονομικής πραγματικότητας στην οποίαν ευρίσκεται η χώρα, μπορεί να αποβεί καταστροφική. Αντί να βγει επιθετικά και να δηλώσει γιατί πρέπει να κλίνει προς τα δεξιά, προσπαθεί να αμυνθεί εξ αριστερών γιατί δεν υλοποιεί στο ακέραιο το πρόγραμμά της.

Αντί να σοκάρει εξαρχής και να αφοπλίσει το διεκδικητικό κίνημα, δίνει, με τη μεσοβέζικη πολιτική που υιοθέτησε, τροφή και ακροατήριο στην ανεύθυνη, βολονταρίστικη και λαϊκίστικη ρητορική σήμερα της Αριστεράς και αύριο της Δεξιάς, η οποία αφού λύσει το πρόβλημα ηγεσίας της θα ακολουθήσει -ως είθισται στις αντιπολιτεύσεις- την αντιπαραγωγική και δημαγωγική πολιτική της καταγγελίας.

Ο Γ. Παπανδρέου έπρεπε προχθές στο Υπουργικό Συμβούλιο να μιλήσει καθαρά, όπως αρμόζει σε υπεύθυνους ηγέτες που παραλαμβάνουν μια χώρα κατεστραμμένη, όπως άλλωστε την περιέγραφε ο προκάτοχός του στην πρωθυπουργία Κ. Καραμανλής. Να πει ότι αυτό που προέχει είναι να σωθεί η χώρα, και όχι να εφαρμόσει το οικονομικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Και να διαβεβαιώσει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες ότι θα τη σώσει, αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει για ένα-δυο χρόνια όλοι να «ματώσουμε».

Η θεραπεία-σοκ είναι πιο αποτελεσματική σε κλινικές περιπτώσεις, όπως η δημοσιονομική εκτροπή της Ελλάδος, από τα αναλγητικά και τους στάγδην ορούς ελπίδας.

Η οικονομική πολιτική που επέλεξε, με τον προϋπολογισμό, το Υπουργικό Συμβούλιο είναι, εξάλλου, και ημιτελής χωρίς φορολογικό νομοσχέδιο. Και βέβαια τα περισσότερα νούμερα το πιθανότερο είναι ότι βρίσκονται στον αέρα, αφού του χρόνου η φοροδοτέα ύλη δεν θα είναι η ίδια, θα είναι μικρότερη λόγω της κρίσης, της ύφεσης και της πτώσης του τζίρου των επιχειρήσεων.

Η χώρα χρειάζεται να βρει επιπλέον 20 δισ. ευρώ για να καθηλώσει τα ελλείμματα και να εξοικονομεί κάθε χρόνο άλλα 3 δισ. για να τα μειώσει, ώστε να επανέλθει εντός των κοινοτικών πλαισίων. Τα όσα εξήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών δεν επιλύουν το πρόβλημα. Πρέπει να ευρεθούν και από αλλού πόροι. Δεν αρκούν οι φόροι. Και βέβαια η «πράσινη ανάπτυξη» θα καθυστερήσει να παράγει νέο πλούτο που μπορεί να σε βγάλει από τον φαύλο κύκλο των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους.

Μπορούν, όμως, να βρεθούν, και από πού, νέοι πόροι; Σίγουρα η σύλληψη της φοροδιαφυγής είναι ένας τομέας όπως και η ενιαία και τιμαριθμοποιημένη φορολογική κλίμακα, για την οποίαν έχει δεσμευθεί η νέα κυβέρνηση.

Ο δεύτερος τομέας εξεύρεσης πόρων είναι σίγουρα η περιστολή των κρατικών δαπανών.

Αρκούν, όμως, όλα αυτά; Σίγουρα όχι, καθώς -εκτός των άλλων- δεν είναι άμεσης απόδοσης. Από πού, λοιπόν, μπορούν να ευρεθούν νέοι πόροι;

Πρώτον, θα μπορούσαν να επεκταθούν οι συμβάσεις παραχώρησης του Δημοσίου σε ιδιώτες, π.χ. στο αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», στην Αττική Οδό κ.λπ.

Δεύτερον, να ιδιωτικοποιηθεί ο ΟΠΑΠ. Υπολογίζεται ότι το κράτος θα μπορούσε σ’ αυτή την περίπτωση να εισπράξει 4-5 δισ. ευρώ.

Τρίτον, να δοθούν και νέες άδειες καζίνο (π.χ. στην Αττική) και να πωληθούν κρατικά ποσοστά σε ήδη μεικτές επιχειρήσεις.

Τέταρτον, για όσο διαρκεί η κρίση να μην ισχύει το πόθεν έσχες για την απόκτηση κατοικίας. Να βγουν από τα σεντούκια και τις θυρίδες τα λεφτά γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών και άλλων, τα οποία προφανέστατα τα απέκτησαν διά της «πλαγίας οδού», προκειμένου να αναθερμανθεί ο κλάδος της οικοδομής.

Πέμπτον, να νομιμοποιηθούν τα αυθαίρετα. Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται ποτέ κανείς να τα γκρεμίσει. Είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Ακόμη και να ήθελε κάποιος να τα γκρεμίσει, δεν θα μπορούσε. Όχι για λόγους πολιτικού κόστους, ας πούμε ότι κάποιος «επαναστάτης» το αναλαμβάνει, αλλά επειδή ούτε τα μηχανήματα υπάρχουν και θα χρειάζονταν δεκάδες χρόνια για να συμβεί αυτό. Άσε δε που δεν θα ήξερες τι να κάνεις τα δισεκατομμύρια κυβικά μπάζων. Θα επιβάρυνες το περιβάλλον ανεπανόρθωτα.

Αφού λοιπόν δεν πρόκειται να τα γκρεμίσουμε, ας τα νομιμοποιήσουμε. Οι αυθαίρετοι να πληρώσουν το τίμημα της αυθαιρεσίας τους, που σίγουρα θα πρέπει να ’ναι διαφορετικό για την «παράγκα» του φτωχοδιάβολου στη Λούτσα και διαφορετικό για το «μέγαρο» του μεγαλοσχήμονα στον Διόνυσο. Ο φτωχός να πληρώσει ας πούμε 30 ευρώ το τετραγωνικό και ο πλούσιος 300.

Και αυτό να γίνει εφάπαξ. Να βγει δρακόντειος νόμος που να λέει ότι εφεξής όλα τα αυθαίρετα θα γκρεμίζονται και όποιος συνεργεί με οποιονδήποτε τρόπο να χτιστεί αυθαίρετο θα διαπράττει κακούργημα, είτε αυτός είναι δημόσιος λειτουργός, είτε αρχιτέκτονας, είτε μηχανικός, είτε εργολάβος, είτε ακόμη και εργάτης. Κάποιος μπορεί να πει ότι γιατί κάποιος να πληρώσει για να νομιμοποιήσει το αυθαίρετό του όταν ξέρει ότι δεν πρόκειται να του το γκρεμίσουν.

Επειδή το «φιρμάνι» που θα βγει θα πρέπει να προβλέπει ότι σε περίπτωση που δεν το νομιμοποιήσει θα του κοπεί αμέσως κάθε κοινόχρηστη υπηρεσία (φως, νερό, τηλέφωνο, αποχέτευση κ.ά.). Να γίνουν δε συνυπεύθυνοι και οι παρέχοντες την κοινόχρηστη υπηρεσία. Να διωχθούν, δηλαδή, και όσοι «αμελήσουν» να το πράξουν.

Η έννοια του περιουσιακού στοιχείου είναι και ένα επιπλέον κίνητρο για νομιμοποίηση. Νομιμοποιημένο ο κάτοχός του θα μπορούσε να το εγγράψει ως ενέχυρο, υποθήκη και περιουσιακό στοιχείο για να πάρει κάποιο δάνειο και να αυξηθούν έτσι η κατανάλωση και η ρευστότητα στους στενούς οικονομικά χρόνους της κρίσης που ζούμε.

Εκ παραλλήλου θα αυξηθεί και το ΑΕΠ και θα πέσουν και τα ελλείμματα, ενώ τα ευρώ που θα εισπράξει το Δημόσιο θα είναι πολλά δισ., περισσότερα ίσως απ’ ό,τι χρειάζεται για να σωθούν τα ασφαλιστικά ταμεία που κινδυνεύουν άμεσα με κατάρρευση.

Έκτον, επιτέλους, να τολμήσει η νέα κυβέρνηση να νομοθετήσει ορθά το transfer pricing και το thin capitalization rules, τις ενδοομιλικές συναλλαγές και τους κανόνες υποκεφαλαιοδότησης δηλαδή, για τα οποία έχουμε γράψει αναλυτικά στις 11 Απριλίου και στις 7 Ιουλίου του ενεστώτος έτους.

Από το πρώτο υπολογίζεται ότι ετησίως θα εισπράττει περί τα 5 δισ. ευρώ και από το δεύτερο τουλάχιστον 1,5 δισ. ευρώ κατ’ έτος. Πολύ περισσότερα, δηλαδή, από αυτά που υπολογίζει να εισπράξει από το φορολογικό πακέτο που εξήγγειλε, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού, ο υπουργός Οικονομικών.

Όμως και τα δυο «καίνε» γιατί πρέπει η κυβέρνηση να τσακωθεί με πολυεθνικούς ομίλους που διαθέτουν ισχύ και χρήμα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν τα προχώρησε και η προηγούμενη κυβέρνηση.

Η τελευταία πρόταση σαφέστατα εντάσσεται στο πλαίσιο αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος, το οποίο πρέπει τάχιστα να γίνει και να μην αφεθεί για τον Μάρτιο ή τον Ιανουάριο.

Ειδικά για το transfer pricing καλόν είναι να γίνει τώρα -μια τροποποίηση στον υφιστάμενο, πλην απαράδεκτο νόμο του υπουργείου Οικονομικών χρειάζεται- προκειμένου να ισχύσει για το τρέχον οικονομικό έτος.

Όπως βλέπουμε λοιπόν, υπάρχουν τρόποι να εξευρεθούν πόροι και πέραν όσων ανακοίνωσε η κυβέρνηση και οι οποίοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «φοροκαταιγίδα». Αρκεί να υπάρχουν βούληση, φαντασία και κυρίως απαλλαγή από εμμονές και αγκυλώσεις.

Ο Γ. Παπανδρέου έχει αποδείξει ότι ως πολιτικός δεν διακατέχεται από σύνδρομα και στερεότυπα. Καιρός να το αποδείξει και ως πρωθυπουργός. Και να ρυμουλκήσει και την κυβέρνησή του σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Το σχεδιασθέν στην αντιπολίτευση κυβερνητικό του πρόγραμμα στον τομέα της οικονομίας δεν ισχύει επειδή προσκρούει στην άθλια πραγματικότητα που παρέλαβε. Οφείλει να διακηρύξει ότι το μόνο που ισχύει είναι η σωτηρία της χώρας και γι’ αυτήν θα εργαστεί χωρίς δεσμεύσεις και παρωπίδες.

Ίσως να μην έχει τις κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες που απαιτούνται για τη στροφή που πρέπει να κάνει. Μπορεί όμως να τις επιδιώξει και να τις οικοδομήσει στην πορεία. Ίσως είναι διαφορετικές από αυτές που ήλπιζε.

Αλλά έτσι είναι η ζωή. Δεν μας τα φέρνει όπως θέλουμε. Το θέμα είναι να εντοπίζουμε τα νέα δεδομένα και μ’ αυτά να πράττουμε.

Διαφορετικά, ίσως, όχι πολύ αργά, να διαπιστώσει ότι ο δρόμος του ημι-λαϊκισμού, που φαίνεται να βαδίζει η κυβέρνησή του, τον οδηγεί σε αδιέξοδο και τότε μπορεί να είναι αργά για να ψάξει και να βαδίσει κάποιον άλλον...

Monday, November 02, 2009

Ραντεβού στα τυφλά ... (31-10-2009)

Την ερχόμενη Τετάρτη συμπληρώνεται ένας μήνας αφότου το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές. Με απλά λόγια, πέρασαν οι πρώτες 30 ημέρες από τις 100 μέσα στις οποίες θα είχαν κατατεθεί, ψηφιστεί και θα άρχιζαν να εφαρμόζονται οι κυβερνητικές προτεραιότητες.

Εάν εξαιρέσουμε την κινητικότητα του πρωθυπουργού, κυρίως όμως στον εξωτερικό τομέα (Κωνσταντινούπολη, Λευκωσία, Στοκχόλμη, Βρυξέλλες, Λονδίνο), δίνεται η εντύπωση ότι ουδέν άλλον αξιοσημείωτον συνέβη, ειμή μόνον η δραστηριότητα του Μιχ. Χρυσοχοΐδη στα Εξάρχεια και για την τρομοκρατία.

Η εικόνα της κυβερνήσεως πόρρω απέχει από το να χαρακτηρισθεί ως συλλαμβάνουσα τον ταύρο από τα κέρατα. Οι υπουργοί κινήθηκαν ίσως και εξ ανάγκης αμυντικά, ακυρώνοντας πράξεις των προηγουμένων οι οποίες δεν συνάδουν με την πολιτική και το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα Stage, οι ημιυπαίθριοι χώροι, συμβάσεις στο υπουργείο Υγείας κ.ά.

Στην ίδια κατηγορία πρέπει να συμπεριληφθεί και η υπόθεση της Cosco, η οποία επανέρχεται στην επικαιρότητα από αυτή την εβδομάδα, αλλά και οι αποκαλύψεις στο Ecofin για τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος που «χτύπησαν ταβάνι».

Υποθέτουμε ότι οι υπουργοί όλες αυτές τις ημέρες εργάζονται αθόρυβα, προκειμένου από την Τρίτη, οπότε θα αρχίσουν οι εργασίες της Βουλής, να «βομβαρδίσουν» με νομοσχέδια την κοινωνία, και δεν τελούν εν αναμονή ορισμού γραμματέων και κατανομής αρμοδιοτήτων.

Υποθέτουμε ότι ο μήνας που διέρρευσε ήταν ο αναγκαίος μεταβατικός για τη «διάγνωση» της κατάστασης και την καλύτερη δυνατή προετοιμασία για όσα θα συμβούν τους επόμενους δύο.

Σίγουρα θα ήταν μεμψίμοιρο και άδικο να κατηγορήσει κάποιος την κυβέρνηση για καθυστέρηση, όταν το κλίμα των πρώτων εντυπώσεων και ημερών συνεχίζει να είναι θετικό γι’ αυτήν. Οι υπουργοί ανοίγουν θέματα, αλλαγές ετοιμάζονται και ανατροπές προωθούνται. Θα ήταν ανόητο να περιμένουμε όλα αυτά να ωριμάσουν σε έναν μήνα και οι όποιες πολιτικές επεξεργασίες γίνονται να δώσουν αμέσως απτά αποτελέσματα.

Όμως, δεν μπορεί να μην επισημανθεί και μια υφέρπουσα αμηχανία στους πολίτες για όσα δρομολογούνται ή μέλλει να συμβούν. Και κυρίως στην οικονομία, εκεί δηλαδή που θα κριθεί η παρτίδα της νέας διακυβέρνησης. Όταν οι πολίτες ακούν τα κακά μαντάτα των ξένων οίκων για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, όταν ακούν για δημοσιονομικό εκτροχιασμό, όταν ακούν για πιθανούς φόρους που έρχονται, όταν ακούν για χρήματα που δεν υπάρχουν και για δανεισμό που πρέπει να συναφθεί, λογικό είναι να μελαγχολούν.

Όπως λογικό είναι να μελαγχολούν και όλοι όσοι γνωρίζουν τη δραματική κατάσταση της οικονομίας και εντούτοις τα πρώτα και μόνα, τουλάχιστον προσώρας, πράγματα που ακούν από τα χείλη ενίων υπουργών είναι για τα χρέη που θα χαριστούν, για τα επιδόματα που θα δοθούν και για τις διευκολύνσεις υπέρ αδυνάμων που θα γίνουν.

Αντί η κοινωνία να ακούει όπως και προεκλογικά για ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, εξωστρέφεια της χώρας, των επιχειρήσεων και του παραγωγικού της δυναμικού, που θα δημιουργήσουν νέο πλούτο ώστε να υπάρξει και αναδιανομή υπέρ των φτωχών και των ασθενέστερων στρωμάτων, γειώνεται με την απαρίθμηση των προβλημάτων διαχείρισης.

Αντί οι αρμόδιοι υπουργοί της κυβερνήσεως να καλέσουν -για παράδειγμα- τους τραπεζίτες και να τους πουν «θέλουμε να κάνετε αυτά και αυτά» (και είμαι σίγουρος ότι θα τα έκαναν), τους κουνάνε το δάχτυλο για τα πλαφόν στις πιστωτικές κάρτες και τους δείχνουν τον δρόμο των δικαστικών διενέξεων με τους υπερχρεωμένους πελάτες.

Αντί να δοθεί η εντύπωση ότι συστρατεύονται όλοι για να υλοποιηθεί ένα ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση, είτε εκπέμπεται ένα κλίμα οικονομικής άνεσης είτε υψώνονται λάβαρα κατά των «κακών» της ιστορίας.

Η κυβέρνηση εξελέγη θριαμβευτικά επειδή κατάφερε να εμπνεύσει αισιοδοξία στους πολίτες, ακόμη και σ’ αυτούς που ιδεολογικοπολιτικά δεν συμφωνούσαν μαζί της. Θα ήταν κρίμα αυτό το απόθεμα να σπαταληθεί. Θα ήταν κρίμα να χαθεί στον οργανωτισμό και στον διοικητισμό.

Οι πολίτες ψήφισαν αναμορφωτές και όχι διαχειριστές. Ψήφισαν τολμηρούς και όχι αμήχανους. Ψήφισαν για να υπάρξουν ρήξεις και τομές από την πρώτη ημέρα. Δεν κατανοούν και δεν οφείλουν να γνωρίζουν τις εσωτερικές λεπτομέρειες προσαρμογής του κράτους στα νέα πολιτικά δεδομένα.

Η επικοινωνία της κυβέρνησης οφείλει σε αυτή τη φάση να επικεντρωθεί στη διατήρηση της αισιοδοξίας των πολιτών και την κατανόηση της αναγκαιότητας των μέτρων που λαμβάνονται ή θα ληφθούν, ώστε να είναι δυνατή μέσω των πολιτικών που θα ασκηθούν η οικοδόμηση της Νέας Εθνικής Κοινωνικής Συμμαχίας που απαιτείται για να επέλθει η Αλλαγή.

Δυστυχώς, στον τομέα αυτό δεν φαίνεται να επιτυγχάνει καλές επιδόσεις. Ελπίζουμε ότι με την εξάλειψη των εσωτερικών τεχνοοργανωτικών εμποδίων (αρμοδιότητες, γενικοί γραμματείς, διοικήσεις ΔΕΚΟ κ.ά.) το προσχέδιο του προϋπολογισμού, την κατάθεση των πρώτων νομοσχεδίων και των μέτρων που θα ανακοινωθούν και θα υλοποιηθούν σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας (παιδεία, υγεία, εργασία, ασφάλιση, πρόνοια, ασφάλεια) το σκηνικό να αλλάξει. Πρωτίστως το έχουν ανάγκη οι πολίτες και δευτερευόντως οι κυβερνώντες.

Και έρχομαι τώρα στο δεύτερο θέμα το οποίο πρέπει πάραυτα να επιλυθεί.

Αν μέχρι τη Δευτέρα δεν έχει ολοκληρωθεί η επιλογή των γενικών και ειδικών γραμματέων των υπουργείων και των περιφερειαρχών, τότε η διαδικασία των βιογραφικών που προέκρινε ο Γ. Παπανδρέου για να πλαισιωθούν οι υπουργοί θα αρχίσει να παράγει αρνητικά αποτελέσματα για την κυβέρνηση.

Η επιλογή των 88 «εκλεκτών» σίγουρα είναι καινοτόμα και σηματοδοτεί την προσπάθεια αποκομματικοποίησης του κράτους – γι’ αυτό, άλλωστε, και αντιμετωπίστηκε θετικά από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Όμως κάποτε πρέπει να τελειώσει η επιλογή και ν’ αρχίσει η παραγωγή έργου. Δεν μπορεί τα υπουργεία και οι υπηρεσίες να συνεχίσουν να λειτουργούν με πολιτικές αρρυθμίες ούτε μπορεί η διοικητική ιεραρχία να διεκπεραιώνει υποθέσεις που είναι «άλλου παπά ευαγγέλιο».

Δεν μπορούν οι υπουργοί και οι υφυπουργοί να αναλίσκουν τον χρόνο τους με υπογραφές για αγορά μολυβιών και συνδετήρων ή να κάνουν τον «Βέγγο», τρέχοντας από όροφο σε όροφο και από κτίριο σε κτίριο για συσκέψεις που εκ των πραγμάτων είναι δουλειά των πολιτικών τους υφισταμένων.

Έχουν περάσει 25 ημέρες από τότε που ορκίστηκαν υπουργοί και ένα σημαντικό τμήμα του χρόνου τους αναλώνεται στην ανάγνωση της λίστας με τα προσόντα των πιθανών συνεργατών τους και στη γνωριμία μέσω συνεντεύξεων μαζί τους.

Μάλιστα υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένοι εκ των υπουργών να χρησιμοποιήσουν τη διαδικασία επιλογής των γενικών και ειδικών γραμματέων ως μελλοντικό άλλοθι σε περίπτωση αποτυχίας. Να χρεώσουν δηλαδή στον πρωθυπουργό τη δική τους ανημπόρια ή ανικανότητα, υποστηρίζοντας ότι δεν παρήχθη έργο ή αυτό δεν προχώρησε με τους πρέποντες ρυθμούς, επειδή τα «δεξιά χέρια» τους είτε δεν ήταν τα κατάλληλα είτε δεν στρατεύθηκαν ικανοποιητικώ τω τρόπω στις κυβερνητικές πολιτικές στον τομέα τους.

Επίσης είναι πιθανό όντως κάποιοι -εξ όσων επιλεγούν για τις κρίσιμες θέσεις του «ενδιάμεσου» μεταξύ υπουργού, διοικητικής γραφειοκρατίας και φορέων ή δράσεων αρμοδιότητος των υπουργείων- να αποδειχθεί ότι βρίσκονται σε αποκλίνουσα πορεία από τις κυβερνητικές θέσεις και πολιτικές.

Η παράμετρος της έλλειψης πολιτικής συναντίληψης ίσως αποδειχθεί κρίσιμη στην πορεία υλοποίησης του κυβερνητικού έργου. Από αυτή την άποψη, είναι κρίσιμο όσοι επιλεγούν να είναι, εκτός από «άριστοι», και πρόθυμοι «σκαπανείς» των όσων έχει διακηρύξει ότι προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση.

Όλοι συμφωνούν ότι επέστη ο καιρός να τελειώνουμε με τους αποτυχόντες πολιτευτές και τα κομματικά όρνεα νομής της κρατικής εξουσίας, όμως δεν θα ήταν πολυτέλεια, θα ήταν καταστροφή διαγενομένου του χρόνου να αποκαλυφθεί ότι υπάρχει διάσπαση της ενότητας της προϊσταμένης πολιτικής αρχής των υπουργείων.

Σίγουρα είναι ορθή η άποψη που υποστηρίζει ότι προέχει να υπάρξουν αμερόληπτες διαδικασίες σε δύο τόσο σημαντικές τομές όπως είναι το κυβερνητικό σχήμα και η στελέχωσή του. Όμως απαιτείται να ολοκληρωθεί τάχιστα η δομή του κράτους και να υπάρξει ενότητα πολιτικής και διοικητικής διεύθυνσης, γιατί πολλές φορές το αγώι τρώει τον αγωγιάτη.

Σίγουρα μία από τις μεγάλες παθογένειες του συστήματος είναι ότι οι πολιτικοί έχουν εικόνα του Δημοσίου, αλλά όχι και της αγοράς και, αντίστροφα, τεχνοκράτες που γνωρίζουν την αγορά δεν ξέρουν πώς λειτουργεί το Δημόσιο.

Ευχής έργον είναι η διαδικασία που προκρίθηκε να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί και ο κίνδυνος να αναπτυχθούν μεταξύ πολιτικών και τεχνοκρατών αντιθέσεις που μπορεί να δράσουν παραλυτικά στην παραγωγή κυβερνητικού έργου.

Σίγουρα η χώρα, δεκαετίες ολόκληρες, έχει μάθει να λειτουργεί με ένα ορισμένο και συγκεκριμένο πρότυπο πολιτικής λειτουργίας και καλόν είναι να ξεμάθει, να σπάσει ο φαύλος κύκλος της κομματοκρατίας. Όμως επειδή η χώρα τυγχάνει να βρίσκεται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης λόγω της οικονομικής κρίσης -που εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και δραστικά μπορεί εύκολα να οδηγήσει στη χρεοκοπία και την πτώχευση-, ίσως θα πρέπει οι «άριστοι» γενικοί και ειδικοί γραμματείς να επιλεγούν και με κριτήριο, αν μη τι άλλο, τη στοιχειώδη γνωριμία, συναντίληψη και εμπιστοσύνη με τους προϊσταμένους τους υπουργούς.

Αν χαθεί κι άλλος χρόνος στα «ραντεβού στα τυφλά», υπάρχει περίπτωση ναι μεν πρόσκαιρα να χαρούμε, αλλά στο τέλος να μείνουμε έχοντας στο χέρι να μην πω τι.

Και βέβαια θα πρέπει να ευρεθεί και ο κατάλληλος νομικά και νομοθετικά τρόπος, προκειμένου και η εξαγγελθείσα διαδικασία αλλά και όσες μέλλει να ακολουθήσουν, να διασφαλιστούν, προκειμένου να μη δημιουργηθούν προβλήματα.

Σίγουρα το εγχείρημα θα κριθεί εκ του αποτελέσματος όμως, για να παραχθεί αποτέλεσμα, θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση. Αυτή των προσλήψεων, η οποία -επαναλαμβάνουμε- δεν πρέπει να βραδύνει πέραν της προσεχούς Δευτέρας. Διαφορετικά, η καλή πρόθεση κινδυνεύει να γίνει ανέκδοτο.

Monday, October 26, 2009

Με οδηγό τον Γκόρπα (24-10-2009)

Δ εν ξέρω πόσοι από εσάς γνωρίζετε τον Θωμά Γκόρπα. Πάντως εγώ από το βιβλίο του Στάσεις στο μέλλον -που μου πρόσφερε, για να με σπρώξει πιο βαθιά στα νοήματα της ποίησης, ο φίλος Βάιος Καραγιάννης- διαλέγω την Αναπόληση.

Έτσι διεστραμμένος που είμαι, εξ επαγγέλματος, με την πολιτική σκέφτηκα ότι κάποιοι στίχοι του Γκόρπα μπορούν να ερμηνεύσουν τη διάθεση του κόσμου απέναντι στη νέα κυβέρνηση...

Όταν ο συμπατριώτης μου -αυτός από το Μεσολόγγι, εγώ από το Αγρίνιο- γράφει θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη/ και θ’ αφήσω μόνο ένα ουζερί/ για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό/ κ’ εσύ/ να περνάς απ’ έξω, είναι σίγουρο ότι, αναδρομικά, περιγράφει τα συμβαίνοντα σήμερα.

Το «θα καταργήσω τον ουρανό θα καταργήσω τη γη» θα μπορούσε -σίγουρα παραποιημένα και σε πλήρη αντίθεση με αυτό που εννοεί ο ποιητής, και ας με συγχωρέσει γι’ αυτό- να αποτυπώνει τη δηλούμενη πρόθεση του Γ. Παπανδρέου και της κυβέρνησής του να εξαλείψουν τις χρόνιες δυσπλασίες του δημόσιου βίου και να επαναφέρουν το αυτονόητο και τη νομιμότητα στη λειτουργία του κράτους.

Τόσο οι προγραμματικές δηλώσεις όσο και οι πρώτες ενέργειες αφενός για τη στελέχωση του κυβερνητικού και κρατικού μηχανισμού και αφετέρου των υπουργών στα θέματα του ΟΛΠ, των Stage και της ασφάλειας του πολίτη συνηγορούν υπέρ των καλών προθέσεων της νέας κυβέρνησης.

Εάν ο Γ. Παπανδρέου όντως καταφέρει να κάνει πράξη αυτά που εξαγγέλλει σχετικά με το κράτος και την εφεξής λειτουργία του, θα έχει πετύχει ένα θαύμα.

Το να εξαλείψεις την κομματοκρατία, να καταπολεμήσεις σε δεύτερη φάση την κλεπτοκρατία και να επιβάλεις κανόνες διαφάνειας, νομιμότητας και λογοδοσίας στη λειτουργία του Δημοσίου και στην κοινωνική συμπεριφορά αποτελεί μια ειρηνική επανάσταση, αν σκεφτούμε ότι αυτά τα φαινόμενα είναι σύμφυτα με την ίδρυση και εξέλιξη του νεοελληνικού κράτους.

Προσώρας όλα δείχνουν ότι η νέα κυβέρνηση όντως θέλει «να καταργήσει τον ουρανό και τη γη» μιας σαπισμένης χώρας με χαλασμένους ανθρώπους, όπως η Ελλάδα. Μόνον που αυτή η κατάργηση σημαίνει πόνο και δάκρυ για πολλούς ανθρώπους, και όχι μόνο τους βολεμένους, όπως λέμε, με το σύστημα. Σημαίνει διόγκωση της ανεργίας και περαιτέρω εξαθλίωση ήδη περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων.

Ο εξορθολογισμός και η εμπέδωση της νομιμότητας στη λειτουργία του κράτους είναι μεν αδήριτες εθνικές ανάγκες και απαιτήσεις, στα λόγια, της πλειονότητας των πολιτών, όμως όταν αυτά εξειδικεύονται και εξατομικεύονται, τότε έχουμε συμπεριφορές Λερναίας Ύδρας.

Ουδείς ή έστω ελάχιστοι είναι αυτοί που θα αποδεχθούν χωρίς αντιδράσεις τη νέα τάξη πραγμάτων. Όταν νιώσουν ότι θα θιγούν δικά τους «κεκτημένα», θα εξεγερθούν. Κι αυτό επειδή την αναγκαιότητα την εννοούν για τους άλλους, όχι για τους ίδιους.

Σήμερα αντιδρούν οι Stagiers του Δημοσίου, παρ’ ότι γνωρίζουν ότι στην περίπτωσή τους η παρανομία του κράτους είναι εξόφθαλμη. Το ίδιο θα συμβεί και με τους επί συμβάσει απασχολούμενους στον ΟΑΕΔ και τους ΟΤΑ. Το ίδιο συμβαίνει και με όσους θεωρούν το «μπάχαλο» αποδεκτή κοινωνική λειτουργία, τις καταστροφές περιουσιών συνήθη συμπεριφορά και την τυφλή ένοπλη βία νομιμοποιημένη, στο όνομα δήθεν της επανάστασης και της αντιεξουσιαστικής πάλης, πολιτική πρακτική.

Το ίδιο θα συμβεί πιθανότατα αύριο με τους φορολογουμένους και πάει λέγοντας. Από αυτή την άποψη, η κυβέρνηση, εφόσον όντως θέλει «να καταργήσει τον ουρανό και τη γη», πρέπει να κάνει σαφές και με απόλυτο τρόπο ότι η σχέση της με τον Γκόρπα σταματά εδώ και είναι έξω από τις προθέσεις της το υπόλοιπο των στίχων του, ότι δηλαδή θ’ αφήσει «μόνο ένα ουζερί/ για ένα πιοτό για ένα τραγούδι για ένα χορό». Κανένα ουζερί, κανένα πιοτό, τραγούδι και χορός. Η κατάργηση σήμερα του ουρανού και της γης σημαίνει τέλος και στα ουζερί. Τέλος στην περίοδο της ξενοιασιάς, της αμεριμνησίας, της ευωχίας.

Κάποτε, για παράδειγμα το 1981, ο Ανδρ. Παπανδρέου μπορούσε μαζί με το όνειρο των... καταργήσεων να προσφέρει και τις απολαύσεις ενός... ουζερί. Το επέτρεπαν οι συνθήκες, το επέβαλλε η «Αλλαγή» μαζί με τον πακτωλό των κοινοτικών κονδυλίων που άρχισαν να εισρέουν στα κρατικά ταμεία. Σήμερα αυτό δεν είναι μπορετό.

Ο συνδυασμός κατάργηση ουρανού - γης και ανοιχτό ουζερί είναι ανέφικτος. Η κατάργηση σημαίνει και κλείσιμο. Τρανή απόδειξη τούτου η (δια)κυβέρνηση Καραμανλή, η οποία διακήρυξε την επανίδρυση του κράτους (την κατάργηση του ουρανού και της γης) και άφησε όχι ένα, αλλά πολλά «ουζερί» ανοιχτά. Γι’ αυτό και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.

Επειδή η χώρα είχε γίνει ένα απέραντο... ουζερί άμα και χαμαιτυπείο. Αυτό, άλλωστε, είναι και το πρόβλημα που θα ’χουν να αντιμετωπίσουν ο Γ. Παπανδρέου και η κυβέρνησή του. Οι περισσότεροι ψήφισαν το ΠΑΣΟΚ ναι μεν για να καταργήσει τον ουρανό και τη γη, αλλά και επειδή πίστευαν ότι θ’ αφήσει γι’ αυτούς ένα «ουζερί». Τώρα πρέπει να προσαρμοστούν με την πραγματικότητα, με τον πιο σκληρό στίχο του ποιητή, με το «κ’ εσύ να περνάς απ’ έξω».

Δυστυχώς, για να γίνει ευνομούμενη πολιτεία και σύγχρονο κράτος η Ελλάς, όλοι πρέπει να περνούν απ’ έξω από ένα... ουζερί που δεν υπάρχει. Εάν αυτό συμβεί, στο μέλλον, και εφόσον το «μαγαζί» συμμαζέψει τα ελλείμματα, τα χρέη και ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ίσως ξανανοίξει κάποιο... ουζερί και ίσως οι θαμώνες του να είναι περισσότεροι απ’ όσοι μέχρι χθες.

Τώρα πρέπει να διψάσουμε, αν θέλουμε να πιούμε κάποια στιγμή όχι πιοτό, αλλά νερό – υπό την προϋπόθεση ότι κι αυτό, ένεκα των κλιματικών αλλαγών, δεν θα έχει στερέψει.

Μπορούν να πετύχουν αυτό το θαύμα ο Γ. Παπανδρέου και η κυβέρνησή του; Δύσκολο. Όσο κι αν ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Όσο κι αν ολοένα και περισσότεροι κατανοούμε ότι πρέπει να γίνουν όλα αυτά τα οποία δημοσίως συνομολογούμε, αλλά για τον εαυτό μας απορρίπτουμε. Και είναι δύσκολο και για έναν άλλο λόγο. Επειδή η οικονομική κρίση συνέπεσε με την πλήρη αποδιάρθρωση του κράτους και την αποσάθρωση των αρμών και των ηθών της κοινωνίας.

Μια υγιής κοινωνία, με ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των θεσμών ενός στοιχειωδώς σοβαρού και αποτελεσματικού κράτους με παραγωγική βάση και ανταγωνιστική οικονομία, μπορεί -σφίγγοντας το ζωνάρι και κάνοντας υποχωρήσεις σε κεκτημένα δικαιώματα- να αντεπεξέλθει στην οικονομική κρίση. Μια κοινωνία όπως η ελληνική είναι δέκα φορές πιο δύσκολο να αντιμετωπίσει την κρίση όταν πρέπει ταυτόχρονα να εξαλείψει και τις μόνιμες και χρόνιες δυσπλασίες του δημόσιου βίου.

Η διμέτωπη προσπάθεια της κυβέρνησης είναι δύσκολο να τελεσφορήσει και για έναν επιπλέον λόγο. Επειδή τα κόμματα και τα συνδικάτα είναι είτε αποστεωμένοι μηχανισμοί νομής της εξουσίας είτε οστεοφυλάκια ξεπερασμένων ιδεολογιών.

Για να μπορέσει να καρποφορήσει η προσπάθεια κοινωνικής ανασυγκρότησης, παραγωγικής αναδιάρθρωσης, διοικητικού εκσυγχρονισμού και πολιτικής αναγέννησης που επαγγέλλεται η κυβέρνηση, θα πρέπει, ταυτόχρονα με τα μέτρα που λαμβάνονται, να συγκροτείται και ένα νέο μπλοκ εξουσίας μέσα από μια ευρύτερη κίνηση πνευματικής, ηθικής και αισθητικής αναγέννησης του έθνους στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης και πολυπολιτισμικότητας που έχουν διαμορφωθεί. Κάτι τέτοιο προσώρας δεν φαίνεται, ούτε και στο προβλεπτό τουλάχιστον μέλλον. Ναι μεν έχουν μεγάλη αποδοχή τα πρώτα έργα και ημέρες της κυβέρνησης Παπανδρέου, όμως αφενός δεν έχει μπει ακόμη στα βαθιά της διακυβέρνησης, που συνεπάγεται συγκρούσεις, και αφετέρου της λείπουν οι υπόλοιποι αναπνευστήρες.

Ήδη τα κόμματα της Αριστεράς κήρυξαν τον «ταξικό πόλεμο», ενώ και η Ν.Δ., όταν θα λύσει το πρόβλημα ηγεσίας της, θα ανεβάσει κατακόρυφα τους τόνους της αντιπαράθεσης. Σήμερα μπορεί να δηλώνουν οι δελφίνοι του Καραμανλή ότι θα στηρίξουν την κυβέρνηση σε οτιδήποτε θετικό κάνει, αλλά είναι πλέον ή βέβαιον ότι αύριο, για λόγους και ενδυνάμωσης της νέας ηγεσίας, θα επανέλθουν στη γνωστή κοίτη του λαϊκισμού, όπου έχουν μάθει να πορεύονται, όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, τα δύο κόμματα εξουσίας.

Διαγενομένου του χρόνου και των αναπόφευκτων κοινωνικών εντάσεων που θα υπάρξουν, η κυβέρνηση θα ανακαλύψει ότι της λείπει και ένα ακόμη «μαξιλάρι» που θα μπορούσε να τη βοηθήσει στην απορρόφηση των κοινωνικών κραδασμών. Κι αυτό το «μαξιλάρι» είναι το κόμμα ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει προ πολλού απολέσει την αίγλη του στο κοινωνικό σώμα και τη δυνατότητα καθοριστικής παρέμβασης στο συνδικαλιστικό γίγνεσθαι.

Επιπροσθέτως, στα μειονεκτήματα της νέας κυβέρνησης, και ενδεχομένως πολύ σύντομα θα το βρει μπροστά της όταν θα ξεσπάσουν οι συγκρούσεις συμφερόντων, είναι και το γεγονός ότι τα μέλη της ναι μεν ρέπουν στη νεωτερικότητα και εμφανίζονται να εκφράζουν την αναγκαιότητα των αλλαγών, εντούτοις οι περισσότεροι το κάνουν μάλλον με τεχνοκρατικό τρόπο και η πολιτικότητά τους ενδέχεται να εξαντληθεί στο διαχειριστικό κομμάτι της πολιτικής.

Σίγουρα είναι πολύ πρόωρο και ανόητο να κρίνει κάποιος μια κυβέρνηση ολίγων μόνον ημερών. Όπως θα ήταν και άδικο να την κατηγορήσει κάποιος για τις πρώτες ίσως σκληρές πλην απαραίτητες αποφάσεις που καλείται να πάρει προκειμένου να υπάρξει ένα μίνιμουμ ορθής και νόμιμης λειτουργίας του κράτους. Όμως αρχίζει να γίνεται εμφανής μια δυστοκία πολιτικο-ιδεολογικής υπεροχής στις πρώτες κοινωνικές «ανταρσίες».

Η νέα κυβέρνηση, εάν δεν θέλει να πνιγεί στον διοικητισμό και να χαθεί στις οργανωτικές λεπτομέρειες στελέχωσης του κυβερνητικού και κρατικού μηχανισμού, πρέπει ταυτόχρονα με τις πολιτικές που θα εφαρμόσει και τα μέτρα που θα λάβει να εξαπολύσει και μια ιδεολογικοπολιτική επίθεση στους αντιπάλους της και να εφορμήσει πνευματικά στην κοινωνία, επικοινωνώντας το όραμα και το σχέδιο που διατείνεται πως έχει.

Εάν μείνει στη «νομιμότητα» του Χρυσοχοΐδη και του Ραγκούση σχετικά με την ασφάλεια των πολιτών και την κατάργηση των Stage στο Δημόσιο, γρήγορα θα ανακαλύψει ότι θα αμφισβητηθεί, λαϊκιστικώ και ιδιοτελή τω τρόπω, και η αναγκαιότητα των μέτρων του Γ. Παπακωνσταντίνου για την οικονομία, του Ανδρ. Λοβέρδου για τα εργασιακά-ασφαλιστικά, της Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου για την υγεία, της Άννας Διαμαντοπούλου για την παιδεία.

Με απλά λόγια, ο Γ. Παπανδρέου και η κυβέρνησή του, για να μπορέσουν «να καταργήσουν τον ουρανό και τη γη», θα πρέπει -εκτός από τα μέτρα που θα λάβουν- να «βομβαρδίσουν» ιδεολογικοπολιτικά, πνευματικά και επικοινωνιακά την κοινωνία για την αναγκαιότητα των μέτρων. Πρέπει να την πείσουν ότι μόνον έτσι μπορούν να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε, μέσω και της αναδιανομής του εισοδήματος, να μείνει ανοιχτό «ένα ουζερί για ένα πιοτό ένα τραγούδι για ένα χορό», και κυρίως ότι δεν... θα περνάς κ’ εσύ απ’ έξω, όπως γράφει ο Γκόρπας.

Και για να την πείσουν, πρέπει να μην αφήσει να δοθεί η εντύπωση ότι άλλα έλεγε προεκλογικά και άλλα πράττει μετεκλογικά. Κι αυτό δεν είναι υπόθεση των πρώτων 100 ημερών, αλλά των πρώτων 100 ωρών, που έχουν παρέλθει.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα, οι δικολάβοι-εργολάβοι των ονείρων των νεαρών Stagiers και ο εύπεπτος κομματικός λαϊκισμός βγάζουν ήδη γλώσσα χωρίς ουσιαστικό αντίλογο...

Monday, October 19, 2009

Με οδηγό τον Ελύτη ... (17-10-2009)

Σήμερα, αντί για ένα, αποφάσισα να γράψω δύο κείμενα. Μάλλον επηρεάστηκα από τον Οδυσσέα Ελύτη (πριν από 30 χρόνια, στις 18 Οκτωβρίου του 1979, η Σουηδική Ακαδημία τον τίμησε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας) που έλεγε ότι... Ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση/κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος/κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας/κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα/έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη./Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι/Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια/και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους/Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές/ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο./ Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,/Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας/θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.


Πρώτη βουτιά για την κυβέρνηση

Το πρώτο crash test της κυβέρνησης θα είναι με το ΠΑΣΟΚ και θα δοθεί στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και με τη μεγαλύτερη ξένη ιδιωτική επένδυση των τελευταίων χρόνων, αυτήν της κινεζικής Cosco. Θα υπερισχύσει «το δίκιο του (λιμεν)εργάτη» ή το δίκιο του κράτους, που μεθερμηνεύεται σε τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση που έχει υπογραφεί με μια ξένη εταιρεία και κυρωθεί με νόμο από τη Βουλή των Ελλήνων;

Προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ είχε ταχθεί γενικά υπέρ της επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, όμως όπως αποδεικνύεται δεν είχε κάνει καμία επεξεργασία ως προς το τι σήμαινε αυτή η θέση. Οι χειριστές της υποθέσεως προφανώς δεν είχαν την υπόθεση ΟΛΠ-Cosco στις προτεραιότητές τους και γι’ αυτό σήμερα εμφανίζονται να μη γνωρίζουν επακριβώς το περιεχόμενο της συμβάσεως, κάτι που ως είναι φυσικό, πρώτον, «τρελαίνει» τους «προγραμματισμένους» ανατολίτες.

Δεύτερον, κάνει πιο επιθετικούς τους συνδικαλιστές ως προς τη διεκδίκηση των αιτημάτων των εργαζομένων, ακόμη κι αν ορισμένα από αυτά είναι εξόχως προκλητικά.

Τρίτον, παρέχει ζωτικό χώρο στα κόμματα της Αριστεράς για να δοκιμάσουν τις αντοχές της νέας κυβέρνησης, αλλά και για να επανασυσπειρώσουν τους οπαδούς τους μετά το εκλογικό αποτέλεσμα που δεν ήταν το αναμενόμενο.

Τέταρτον, δημιουργεί απορίες και ερωτήματα στις αγορές και σε πιθανούς μελλοντικούς επενδυτές για το αν στη χώρα μας ισχύει ή όχι η συνέχεια του κράτους και αν αποτελεί γι’ αυτούς ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο.

Πέμπτον, επιτείνει την αγωνία και τη σύγχυση σε χιλιάδες επιχειρηματίες και εμπόρους ως προς την ικανότητα του κράτους να εξασφαλίσει τουλάχιστον την ομαλή ροή των εμπορευμάτων τους.

Αυτά είναι τα προφανή στα οποία η κυβέρνηση καλείται να δώσει λύση άμεσα – από τη Δευτέρα το πρωί και αφού λάβει ψήφο εμπιστοσύνης την Κυριακή το βράδυ.

Στο πρώτο όμως αυτό crash test παίζονται και άλλα που θα καθορίσουν την πορεία της κυβερνήσεως και θα μας αποκαλύψουν τις προθέσεις της. Θα επιμείνει στους προεκλογικούς χαρακτηρισμούς περί «αποικιοκρατικής και λεόντειας συμβάσεως» και θα προσπαθήσει να τη μεταβάλει «υπέρ του δημοσίου συμφέροντος», όπως διακήρυτταν στο λιμάνι τα στελέχη του; Μπορεί να το πετύχει;

Αν αρνηθούν οι Κινέζοι τι θα κάνει; Θα καταγγείλει τη σύμβαση; Θα πάει την υπόθεση στα δικαστήρια, στη διαιτησία; Θα προτιμήσει να υποχωρήσει στο όνομα του οικονομικού πραγματισμού ή θα εμμείνει στις προεκλογικές της δεσμεύσεις;

Θα προσχωρήσει στο κινεζικό δόγμα «δεν ενδιαφέρει αν η γάτα είναι άσπρη ή μαύρη αρκεί να τρώει ποντίκια» ή θα παραμείνει στην άποψη ότι το χρώμα της γάτας μπορεί να μην ενδιαφέρει, αλλά η γάτα δεν πρέπει να γίνει και τίγρης που μπορεί να φάει και μωρά παιδιά; Θα ταχθεί αναφανδόν υπέρ των εργαζομένων και θα ευθυγραμμιστεί με τη γραμμή των συνδικαλιστών ή θα προσχωρήσει στη λογική της ανάγκης για επενδύσεις στη χώρα και ειδικά σε μια περίοδο που τις ψάχνουμε με το κιάλι;

Καλό θα ήταν η κυβέρνηση να προσπαθήσει να ξεφύγει από αυτά τα διλήμματα. Να επιλέξει τη μέση οδό. Αυτή της λογικής και της σύνεσης. Να ξεκαθαρίσει δηλαδή στην Cosco ότι θέλει την επένδυση, αλλά τη θέλει με όρους ευνομούμενης πολιτείας.

Εάν υπάρχουν, όντως, στοιχεία στη σύμβαση που είτε προσκρούουν στο κοινοτικό δίκαιο όπως οι φοροαπαλλαγές είτε μας καθιστούν «αποικία», αυτά πρέπει να αλλάξουν. Το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τους εργαζόμενους. Να διασφαλιστεί βεβαίως το δικαίωμά τους στην εργασία, αλλά να τους γίνει σαφές ότι το εργασιακό τους καθεστώς θα είναι αντίστοιχο με αυτό των άλλων εργαζομένων. Προκλητικά προνόμια και νησίδες εργασιακής «μαφίας» εφόσον υπάρχουν απαιτείται πάραυτα να εξαλειφθούν.

Και προς τις δύο πλευρές αυτό πρέπει να γίνει καθαρό με απόλυτο τρόπο. Οι Κινέζοι εφόσον θέλουν την επένδυση, και τη θέλουν, πρέπει να αντιμετωπίσουν τη χώρα μας ως ευνομούμενο κράτος που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι σαν μια τριτοκοσμική ευκαιρία, σαν ένα πειρατικό καράβι. Οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα στην εργασία, δεν έχουν όμως κανένα δικαίωμα στην ασυδοσία των προνομίων που με προκλητικό τρόπο κατέκτησαν ένεκα της προηγούμενης αβελτηρίας του κράτους. Και, βεβαίως, δεν μπορούν να συμπεριφέρονται εις βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Η νέα κυβέρνηση οφείλει λοιπόν να πολιτευθεί με σκληρό, αλλά και δίκαιο τρόπο. Με βάση την ισονομία και τους διεθνώς παραδεκτούς κανόνες. Και πρώτα απ’ όλα οφείλει με θάρρος και παρρησία να βγει και να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν μπορεί να συνεχίσει να πατά σε δύο βάρκες. Ούτε μπορεί να ικανοποιήσει απόλυτα και τις δύο πλευρές.

Κάποιος θα χάσει λιγότερα και κάποιος περισσότερα. Αυτός που δεν πρέπει να χάσει είναι το κοινωνικό σύνολο. Και κυρίως να μη χαθεί η αξιοπιστία μιας κυβέρνησης που εξελέγη με τόσο θριαμβευτικό τρόπο και τα πρώτα της βήματα ήταν ελπιδοφόρα. Θα ήταν κρίμα να βουλιάξουν η αξιοπιστία και η ικανότητά της στο λιμάνι. Και αυτό θα συμβεί όσο συνεχίζει να κλείνει το μάτι και στους μεν και στους δε. Στην περίπτωση της Cosco και του ΟΛΠ δεν ισχύει το και η πίτα ολάκερη και ο σκύλος χορτάτος.

Αντίθετα, αν αυτή η μάχη χαθεί, και μάλιστα από τις πρώτες ημέρες που η ανοχή και η εμπιστοσύνη των πολιτών είναι σχεδόν διπλάσια από το ποσοστό που έλαβε στις εκλογές, τότε θα ανοίξει η όρεξη σε πολλούς για… δαγκωματιές.

Ποιος θα γίνει αρχηγός της Ν.Δ.

Από τους υποψήφιους για την αρχηγία της Ν.Δ., η Ντόρα Μπακογιάννη είναι αυτή που εμφανίζεται αυτές τις ημέρες να γελάει περισσότερο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι συνάρτηση του προβαδίσματος που λέγεται ότι έχει στην κούρσα της διαδοχής ή απλώς μία καθ’ υπαγόρευσιν των συμβούλων της… μάσκα επικοινωνίας.

Γνωρίζω όμως ότι ο θυμόσοφος λαός μας λέει ότι «γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος», αλλά και πως «τα πολλά γέλια φέρνουν κλάματα». Αυτό το λέω επειδή, παρά την εικόνα που «μεταδίδεται», οι κομματικοί συσχετισμοί είναι ακόμη ρευστοί.

Μπορεί να δίδονται υποσχέσεις, να έχουν υπάρξει συναλλαγές, να ασκούνται πιέσεις, όμως οι διεργασίες που συντελούνται στην κομματική, αλλά και την κοινωνική βάση της Ν.Δ. μετά την εκλογική συντριβή και τα νέα δεδομένα, που από την πρώτη μέρα φαίνεται ότι εισάγει στον δημόσιο βίο και το πολιτικό σύστημα ο Γ. Παπανδρέου, είναι τέτοιας έκτασης και έχουν τέτοιο βάθος που μπορεί στο τέλος να οδηγήσουν σε επιλογές που θα εκπλήξουν πολλούς.

Τα παραδείγματα των Ευάγγ. Βενιζέλου, Κ. Καραμανλή και Αλ. Αλαβάνου είναι άλλωστε οδηγός προς αποφυγήν. Και οι τρεις επέδειξαν αυτοπεποίθηση σε βαθμό αλαζονείας. Ο πρώτος στη σύγκρουσή του με τον Γ. Παπανδρέου για την αρχηγία του ΠΑΣΟΚ, ο δεύτερος σε σχέση με τη διακυβέρνηση της χώρας μετά την επανεκλογή του το 2007 και ο τρίτος απέναντι στον «μικρό» Αλ. Τσίπρα.

Και οι τρεις ηττήθηκαν κατά κράτος, επειδή θεώρησαν την «ηγεμονία» τους δεδομένη, αλλά και γιατί πίστεψαν ότι οι μηχανισμοί στήριξής τους μπορούν να επιβληθούν της κοινωνίας. Ο Ευάγγ. Βενιζέλος είχε μαζί του τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ο Κ. Καραμανλής τον κρατικό μηχανισμό και ο Αλ. Αλαβάνος τον κομματικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Η κοινωνία τούς ξεπέρασε και τους τρεις και επέβαλε αυτή τους δικούς της εκλεκτούς.

Η Ντ. Μπακογιάννη δουλεύει εδώ και πολλά χρόνια και με τους τρεις μηχανισμούς, προκειμένου σήμερα να εμφανίζεται σαν έτοιμη από καιρό. Και με τα μίντια και με το κράτος και με το κόμμα. Μένει να δούμε αν στην περίπτωσή της θα καταφέρουν οι μηχανισμοί να επιβληθούν στην κοινωνία ή η κοινωνία διά της συντηρητικής παρατάξεως δεν θα μπορέσει για μία ακόμα φορά να αφομοιώσει την τόση υπερπροσφορά «για το καλό της» και θα προτιμήσει κάτι και κάποιον άλλο.

Τι είναι αυτό το άλλο; Μια προσπάθεια ανασύνταξης της συντηρητικής παράταξης με πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους που να ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες και όχι μέσω της παντί τρόπω αντιπολιτευτικής φθοράς του αντιπάλου. Αυτό που σήμερα χρειάζεται η Ν.Δ. δεν είναι να επιστρέψει σε τρία ή τέσσερα χρόνια στην εξουσία, αλλά να φουλάρει τις παραταξιακές της μηχανές με νέα «καύσιμα».

Αυτά που είχε από το 1974 εξαντλήθηκαν. Θα έλεγα μάλιστα ότι και πολύ κράτησαν, όταν την ίδια περίοδο το ΠΑΣΟΚ μπήκε τρεις φορές στα… πιτς της ιδεολογικοπολιτικής ανανέωσης. Αν δεν το πράξει τώρα και απλώς βάλει στόχο να αντιπολιτευθεί το ΠΑΣΟΚ, κινδυνεύει στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση να βγει και εκτός κυκλοφορίας.

Η Ν.Δ. δεν χρειάζεται μόνον αλλαγή οδηγού, χρειάζεται γενικό σέρβις. Αλλαγή σασί, σασμάν, κιβωτίου ταχυτήτων, ελαστικών, τα πάντα. Μ’ άλλα λόγια, απαιτείται να παρουσιάσει ένα καινούργιο μοντέλο, εάν θέλει να ξαναγίνει ελκυστική στην πολιτική και εκλογική αγορά.

Εάν τα καταφέρει και εφόσον το ΠΑΣΟΚ εν τω μεταξύ έχει αποτύχει, μπορεί βάσιμα να ελπίζει ότι θα επιστρέψει στην εξουσία ίσως και ενωρίτερον απ’ ό,τι πιστεύεται.

Αυτός λοιπόν που θα κερδίσει την αρχηγία της Ν.Δ. είναι αυτός που θα καταφέρει να πείσει την κομματική και κοινωνική βάση της Ν.Δ. ότι θα της αλλάξει τα… φώτα. Αυτός που μπορεί να την επανιδρύσει και να την κάνει ξανά μια παράταξη που όταν χρειάζεται μπορεί να οργανώνει και να επιτυγχάνει πολιτικοεκλογικές αμφίπλευρες διευρύνσεις.

Όποιος απλώς ομνύει στο όνομα της ενότητας χωρίς να εγγυάται ρήξεις, ακόμα και διασπάσεις που μπορεί να την αναγεννήσουν πραγματικά, δεν έχει μέλλον.

Ίσως πρόσκαιρα, μέχρι τις επόμενες εκλογές, να κερδίσει το παιχνίδι. Μετά όμως θα ξαναδούμε το ίδιο θλιβερό έργο που βλέπουμε και τώρα με τις διαδικασίες, τις εγγυήσεις, τις συναλλαγές και τα «κουκιά». Όποιος καταφέρει να… φοβίσει περισσότερο την κομματική και κοινωνική βάση της Ν.Δ. αλλά και τους οπαδούς των άλλων κομμάτων για τις ανατροπές που μπορεί να κάνει έχει περισσότερες πιθανότητες να αναδειχθεί σε ηγέτη της συντηρητικής παράταξης.

Οι προβλέψιμοι δεν έχουν μέλλον. Το παιχνίδι θα το κερδίσει -αν όχι σήμερα- σίγουρα αύριο ο απρόβλεπτος. Αυτός που συγκεντρώνει τις πιθανότητες να σπάσει ισορροπίες και κατεστημένα, που εκτός από τη Ν.Δ. ταλανίζουν και τη χώρα, είναι αυτός που χρειάζεται η Ν.Δ. για να αναγεννηθεί πολιτικά και να επανατοποθετηθεί εκ νέου δυναμικά στο παιχνίδι της εξουσίας.

Το ίδιο έκανε με άλλο τρόπο και ο Γ. Παπανδρέου και κέρδισε το στοίχημα. Και στο ΠΑΣΟΚ και στις εκλογές. Δεν ξέρω αν θα συμβεί το ίδιο και στη συντηρητική παράταξη.

Πάντως, η Ντ. Μπακογιάννη έχει καταγραφεί στη συνείδηση των πολιτών ως «δίδυμο» με τον Ευάγγ. Βενιζέλο. Και αυτό δεν είναι πολύ καλό γι’ αυτήν...

Monday, October 12, 2009

Η μπουκιά του Γιώργου και η δίαιτα της Ντόρας (10-10-2009)

A ν το πρώτο δείγμα γραφής ενός πρωθυπουργού είναι η συγκρότηση της κυβερνήσεως, τότε ο Γ. Παπανδρέου παίρνει «άριστα»! Η θετική απήχηση που είχε το υπουργικό συμβούλιο όχι μόνο μεταξύ των οπαδών του ΠΑΣΟΚ, αλλά και ευρύτερα, το αποδεικνύει.

Ανεξάρτητα από μεμονωμένες ενστάσεις που μπορεί να έχει κάποιος, η συνολική εικόνα της νέας κυβερνήσεως προσθέτει, μετά τη θριαμβευτική νίκη και την ισχυρή αυτοδυναμία, ένα ακόμη πλεονέκτημα στον πρωθυπουργό, για να κυβερνήσει με τον τρόπο που επιθυμεί – χωρίς δεσμεύσεις, εξαρτήσεις και ισορροπίες.

Εφεξής τα πάντα θα κριθούν εκ του αποτελέσματος. Από την ικανότητα της κυβερνήσεως να παράξει έργο και να υλοποιήσει τις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Όχι, όμως, στις πρώτες 100 ημέρες, που είναι κυρίως ένας συμβολικός στόχος, αλλά σίγουρα στο πρώτο εξάμηνο θα κριθεί εάν το... σαπιοκάραβο που παρέλαβε μεσοπέλαγα ο Γ. Παπανδρέου από τον προκάτοχό του άλλαξε ρότα, επισκεύασε τις ζημιές και πορεύεται με καινούργιο αζιμούθιο.

Στο εξάμηνο ο Γ. Παπανδρέου θα πρέπει να αξιολογήσει με αυστηρότητα το κυβερνητικό σχήμα και έργο και ανάλογα να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις. Ως αντιπολίτευση είχε τη σχετική άνεση χρόνου να αναδείξει και να επιβάλει μια νέα ηγετική ομάδα και ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ.

Τώρα ως κυβέρνηση δεν την έχει, καθώς το πεδίο του απολογισμού δεν είναι οι κομματικές στοχεύσεις και ανάγκες, που λίγο έως πολύ μπορεί να είναι και ελεγχόμενες, αλλά η επίλυση των οικονομικών και κοινωνικών αιτημάτων του συνόλου των πολιτών. Εδώ δεν χωρούν ούτε καθυστερήσεις ούτε πειραματισμοί.

Η νέα πολιτική τάξη άμα και γενιά που στελέχωσε τη νέα ορθολογική κυβερνητική δομή δεν θα έχει ως δίχτυ ασφαλείας την πίστη στον αρχηγό, αλλά για να κριθεί ως επιτυχημένη πρέπει «να φάει ποντίκια», να παράξει δηλαδή θετικό έργο.

Αν στο πρώτο εξάμηνο δεν δώσει πιστοποιητικά ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις υψηλές προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί και χαθεί στις λεπτομέρειες, τότε θα πρέπει να υπάρξουν δραστικές αλλαγές. Θα ήταν κρίμα για τη χώρα, αλλά και για τον «έσχατο ακρίτα» του δικομματισμού και του διπολισμού, τον Γ. Παπανδρέου, να αποδειχθεί, στο εξάμηνο, ότι η κυβέρνηση έβαλε στο στόμα της μεγαλύτερη μπουκιά από αυτή που μπορεί να καταπιεί.

Βέβαια, μέχρι τότε θα έχει ως «σύμμαχο» και την κρίση πολιτικής στρατηγικής, αλλά και την οργανωτική αποσάθρωση στην οποία έχει περιέλθει η αξιωματική αντιπολίτευση. Ενδεχομένως, αυτό το «μαξιλάρι ασφαλείας» να διαρκέσει περισσότερο εάν η Ν.Δ. δεν καταφέρει να επιλύσει δημιουργικά τα προβλήματα ηγεσίας, ταυτότητας και προσανατολισμού που ανέδειξε με οξύτητα η εκλογική πανωλεθρία που υπέστη στις 4 Οκτωβρίου.

Ευχής έργον θα ήταν η αξιωματική αντιπολίτευση να τα έχει καταφέρει ώστε να επικεντρωθεί στην αποστολή που έχει. Να αντιπολιτεύεται, δηλαδή, με αυστηρότητα και σωφροσύνη την κυβέρνηση και ταυτόχρονα να είναι η δοκός αντιστήριξης του δικομματισμού και του διπολισμού στη νέα φάση που εισήλθαν με την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην εξουσία.

Μπορεί, όμως, να τα καταφέρει η Νέα Δημοκρατία; Και πώς; Σε προβλεπτό χρόνο, σίγουρα όχι. Εκτός και αν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο ο Κ. Καραμανλής προσπαθεί να μεταβιβάσει την ηγεσία του κόμματος στον/στη διάδοχό του. Το πρόβλημα της συντηρητικής παράταξης δεν είναι να αλλάξει, και μάλιστα στο άψε-σβήσε, η κομματική της ηγεσία.

Το πρόβλημά της είναι βαθύτερο, δομικό και στρατηγικό, και αφορά την τοποθέτησή της στο πολιτικοκομματικό σύστημα στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται. Όσο δεν αντιμετωπίζει αυτό το πρόβλημα, θα αλλάζει αρχηγούς σαν τα πουκάμισα κάθε φορά που θα χάνει μια εκλογική αναμέτρηση.

Ο Κ. Καραμανλής παρέμεινε για αρκετό διάστημα στην ηγεσία της Ν.Δ. επειδή στις εκλογές του 2000 έχασε με οριακή διαφορά, αλλά και επειδή έφερε το όνομα του ιδρυτή της. Η νέα της ηγεσία πιθανότατα θα είναι και αυτή αναλώσιμη εφόσον, όπερ και το πιθανότερο, ηττηθεί στις επόμενες εκλογές. Εάν αυτό συμβεί, η Ν.Δ. στα σχεδόν 40 χρόνια της μεταπολίτευσης θα έχει καθοδηγηθεί από οκτώ (8) αρχηγούς εν αντιθέσει με το ΠΑΣΟΚ που θα έχει μόνον τρεις (3).

Αυτή είναι και η διαφορά της Κεντροδεξιάς από την Κεντροαριστερά. Η μεν δεύτερη συνδυάζει την αλλαγή ηγεσίας με την επανατοποθέτησή της στο πολιτικοκομματικό σκηνικό και ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετούς διακυβέρνησης (αυτό έγινε με τον Κ. Σημίτη μετά τον Α. Παπανδρέου, όπως το ίδιο έγινε και με τον Γ. Παπανδρέου), η δε πρώτη με ορίζοντα τον εκλογικό κύκλο της τετραετίας.

Το ΠΑΣΟΚ επιλύει με «φασαριόζικο» αλλά γόνιμο τρόπο τα προβλήματα ηγεσίας επειδή τα εντάσσει σ’ ένα ευρύτερο πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς. Οι διεκδικητές της ηγεσίας του είναι φορείς και εκφραστές ρευμάτων εξουσίας και όχι επίδοξοι στρογγυλοκαθιστάκηδες μιας καρέκλας, αυτής του αρχηγού, στη Ρηγίλλης.

Η Ν.Δ. επιλέγει αρχηγό με κριτήριο ποιος μπορεί να κερδίσει τον αντίπαλο στις εκλογές, αλλά και ποιος διαθέτει το καλύτερο δίκτυο δημοσίων σχέσεων με τα λεγόμενα «γκρι κοστούμια» της εξουσίας. Αυτό έγινε με τον Ευάγγ. Αβέρωφ, αυτό έγινε με τον Κ. Μητσοτάκη, αυτό έγινε με τον Μιλτ. Έβερτ, αυτό πάει να γίνει και τώρα. Το ΠΑΣΟΚ εκλέγει αρχηγό αυτόν που μπορεί να εκφράσει καλύτερα μια στρατηγική διακυβέρνησης της χώρας.

Ο Ευάγγ. Βενιζέλος γι’ αυτό βασικά έχασε το 2007. Επειδή, εν τινί τρόπω, προσπάθησε να μεταφέρει το αρχηγικό μοντέλο της Ν.Δ. στο ΠΑΣΟΚ. Δεν ήταν εκφραστής μιας νέας, εναλλακτικής στρατηγικής διακυβέρνησης, αλλά πλασαρίστηκε ως το αντίπαλο δέος του Κ. Καραμανλή. Η εκλογή στην αρχηγία της Ν.Δ. είναι ένα άθροισμα ισορροπιών, υποσχέσεων και μελλοντικών εξυπηρετήσεων κομματικών και εξωπολιτικών παραγόντων.

Η αρχηγία στη Ν.Δ. είναι ένα προσωπικό στοίχημα, και όχι μια συλλογική διεκδίκηση της πολιτικής εξουσίας. Είναι κυρίαρχα μια ιδιωτική υπόθεση και των συμφερόντων που τη συναπαρτίζουν ως αρχηγικό παρακολούθημα, και όχι μια συλλογική πρόταση για την κοινωνία και τη διακυβέρνηση. Γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ κυριαρχεί τα τελευταία 30 χρόνια στον δημόσιο βίο.

Η Ν.Δ., για να εκλέξει ηγεσία η οποία θα μακροημερεύσει και θα επαναφέρει την Κεντροδεξιά σε τροχιά εξουσίας, πρέπει να αποκτήσει ιδεολογικοπολιτικές ορίζουσες και οι ηγετικές της εκφράσεις πρέπει να είναι φορείς ιδεών και στρατηγικής για την κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική και τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ο νέος της αρχηγός δεν πρέπει να είναι ο εκλεκτός μιας κομματικής νομενκλατούρας, αλλά ο ικανότερος να εκφράσει ένα μελλοντικό πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία. Για παράδειγμα, ας πούμε ότι εκλέγεται η Ντόρα Μπακογιάννη – το λέμε επειδή αυτή εμφανίζεται να είναι το φαβορί στο συνέδριο του Νοεμβρίου. Τι θα συμβεί; Πιθανότατα δεν θα μπορέσει να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Γιατί;

Επειδή: Πρώτον, δεν θα μπορέσει να ενώσει το κόμμα. Οι αντίπαλοί της είναι «στρατοί», όπως «στράτευμα» είναι και ο συσχετισμός που η ίδια έχει οικοδομήσει.

Δεύτερον, οι διαρροές της Ν.Δ. προς τα δεξιά, προς το ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, θα αυξηθούν. Η Ντ. Μπακογιάννη είναι μία (νεο)φιλελεύθερη πολιτικός που στοχεύει κυρίως προς το Κέντρο παρά στη λεγόμενη «πατριωτική και λαϊκή Δεξιά».

Τρίτον, η δυνατότητά της να διευρύνει την απήχηση της Ν.Δ. προς την Κεντροαριστερά είναι πεπερασμένη. Το ΠΑΣΟΚ και ο Γ. Παπανδρέου μόλις τώρα ανέλαβαν τη διακυβέρνηση, και μάλιστα έπειτα από μια παταγώδη αποτυχία της κυβέρνησης Καραμανλή.

Επιπροσθέτως, η Ντ. Μπακογιάννη έχει το πολιτικό μειονέκτημα να είναι θυγατέρα του Κ. Μητσοτάκη, ο οποίος συνεχίζει να αποτελεί «κόκκινο πανί» για την Κεντροαριστερά.

Ο αντιμητσοτακισμός είναι σχεδόν σύμφυτος με το ΠΑΣΟΚ των Παπανδρέου. Ο πατέρας της κατάφερε να κερδίσει το 1989-90 λόγω του σκανδάλου Κοσκωτά και αφού το ΠΑΣΟΚ ήταν ήδη οκτώ χρόνια στην εξουσία.

Επιπροσθέτως, τότε δεν υπήρχε η αιμορραγία του 5-6% προς τα δεξιά, όπως συμβαίνει σήμερα με το ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη. Εάν λοιπόν η Ν.Δ. δεν έχει, υπό την ηγεσία της Ντ. Μπακογιάννη, δυνατότητα εκλογικής «πάχυνσης» προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, πώς μπορούν να κερδηθούν οι εκλογές; Είναι ορθή πολιτική στρατηγική η παντί τρόπω φθορά του αντιπάλου και η αναμονή κυβερνητικής κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ; Προφανέστατα όχι.

Η Ντ. Μπακογιάννη, εάν θέλει να κερδίσει την ηγεσία της Ν.Δ. για να την επαναφέρει στην εξουσία, πρέπει να επιδιώξει ένα ανοιχτό συνέδριο που θα συζητήσει αναλυτικά και σε βάθος αφενός τα αίτια της εκλογικής ήττας και αφετέρου τη στρατηγική και τη φυσιογνωμία της Κεντροδεξιάς στις συνθήκες του 21ου αιώνα.

Εάν δεν καταφέρει να ενώσει τη Ν.Δ. και εκλεγεί από ένα εμφυλιοπολεμικό συνέδριο, τότε και η ίδια θα αποδειχθεί αναλώσιμη και η Ν.Δ. ίσως συρρικνωθεί έτι περαιτέρω στις επόμενες εκλογές, μηδέ αποκλειομένης και της διάσπασης.

Εάν προσπαθήσει να υφαρπάξει την εξουσία μέσα από ένα βουβό και με διαδικασίες εξπρές συνέδριο, είναι σίγουρο ότι έπειτα από λίγο θα μετανιώσει. Εάν πιστεύει ότι με διοικητικές ή άλλες μεθόδους θα επιβάλει το imperium της στο κόμμα, είναι γελασμένη.

Μετά τον Κ. Καραμανλή η Ν.Δ. θα εισέλθει σε μια σκοτεινή περίοδο φατριαστικών επεισοδίων. Για να μη συμβεί αυτό, η Ν.Δ. θα πρέπει να συζητήσει διεξοδικά την περίοδο διακυβέρνησης Καραμανλή, αλλά και να ξεφύγει από τους -ισμούς. Η Ντ. Μπακογιάννη έχει ελπίδες να εκλεγεί και να μακροημερεύσει στην ηγεσία της Ν.Δ. εφόσον σκοτώσει τον καραμανλισμό και τον μητσοτακισμό. Είναι λάθος της να δεσμεύεται από κάποια, όπως λέγεται, κρυφή συμφωνία με τον Κ. Καραμανλή να μην υπάρξει απολογισμός της ήττας ώστε να μην «τσαλακωθεί» ο απελθών πρωθυπουργός.

Εάν υπάρχει τέτοια συμφωνία, η Ντ. Μπακογιάννη πρέπει να την ακυρώσει. Η ουδετερότητα που πιθανώς να της προσφέρει έναντι αυτής της στάσης της ο Κ. Καραμανλής είναι επιζήμια για την ίδια. Μπορεί πρόσκαιρα να τη βοηθήσει να εκλεγεί αρχηγός, όμως δεν της προσφέρει την προοπτική της εξουσίας και της διακυβέρνησης.

Και -ως γνωστόν- οι οπαδοί, αλλά και οι σύνεδροι ενός κόμματος εκλέγουν αρχηγό για να τους επαναφέρει στην εξουσία, και όχι για να διοικήσει το «μαγαζί» μέχρι την επόμενη εκλογική ήττα.

Η Ντ. Μπακογιάνη έχει περισσότερες πιθανότητες να εκλεγεί αρχηγός εάν συζητήσει και συμφωνήσει με τους Αντ. Σαμαρά και Δημ. Αβραμόπουλο να γυρίσουν σελίδα στη Ν.Δ., παρά εάν επιδιώκει την ουδετερότητα του Κ. Καραμανλή.

Είναι προφανές ότι το ίδιο ισχύει και για τους άλλους υποψηφίους, οι οποίοι μπορεί να έχουν περισσότερες δυνατότητες για αμφίπλευρες εκλογικές «παχύνσεις» της Ν.Δ. ή για επανατοποθέτησή της στην πολιτικοκομματική πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τον εκλογικό θρίαμβο του ΠΑΣΟΚ, αλλά έχουν ως μειονέκτημα το παρελθόν τους, αφού και οι δύο ίδρυσαν και ηγήθηκαν, για κάποια στιγμή, ξεχωριστών από τη Ν.Δ. κομμάτων.

Η επιτυχία, λοιπόν, της νέας ηγεσίας της Ν.Δ. περνά από τον ενταφιασμό του παρελθόντος και τη συνεννόηση για το μέλλον. Όποιος εκ των διεκδικητών το καταφέρει θα κερδίσει και το παιχνίδι...

Monday, October 05, 2009

Η ευκαιρία του Γιώργου (03-10-2009)

Aπό την ημέρα που προκηρύχθηκαν οι εκλογές και μέχρι σήμερα, ουδέν το αξιόλογο συνέβη ώστε να ανατραπεί το δημοσκοπικό προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ.

Όπως όλα δείχνουν, δύο εβδομάδες πριν συμπληρωθούν 28 χρόνια από τη «μυθική» -με ποσοστό 48%- νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981, ο γιος του Γιώργος στις 4 Οκτωβρίου του ενεστώτος έτους θα επαναλάβει μια ανάλογης σημασίας θριαμβευτική νίκη επί της παραδοσιακής αντιπάλου οικογενείας των Καραμανλήδων και του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας.

Το εύρος της διαφοράς πιθανολογείται ότι θα κυμαίνεται μεταξύ 5 και 7 ποσοστιαίων μονάδων, όση δηλαδή κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις πριν απαγορευθεί η δημοσιοποίηση των ευρημάτων τους. Οι φανατικοί οπαδοί του Κ. Καραμανλή ελπίζουν ότι η διαφορά μπορεί να είναι μικρότερη, ενώ οι υπεραισιόδοξοι οπαδοί του Γ. Παπανδρέου ονειρεύονται νίκη με διαφορά που να προσεγγίζει ίσως και διψήφιο νούμερο.

Οι μεν πρώτοι πιστεύουν ότι το κόμμα τους δεν μπορεί να χάσει περισσότερο από το 10% της δύναμής του στις εκλογές του 2007. Οι δε δεύτεροι ότι θα καταφέρουν να αυξήσουν τουλάχιστον κατά 15% -αν όχι και περισσότερο- το ποσοστό που έλαβαν πριν από δύο χρόνια.

Δεν γνωρίζω αν η Ν.Δ. θα καταφέρει να συγκεντρώσει περίπου 38%, το πιθανότερο είναι να κυμανθεί μία ή δύο μονάδες πιο κάτω, ούτε αν το ΠΑΣΟΚ θα προσεγγίσει το 44%, το πιθανότερο είναι και αυτό να κυμανθεί μία ή δύο μονάδες λιγότερο.

Εκείνο που όλοι, όμως, συνομολογούν είναι ότι, πρώτον, νικητής σ’ αυτές τις εκλογές θα είναι το ΠΑΣΟΚ και, δεύτερον, πιθανότατα η αυτοδυναμία του θα υπερβαίνει τις 153 έδρες, ενώ δεν αποκλείεται το «διαθέσιμο» της δεδηλωμένης του να είναι πολύ υψηλότερο εάν το ποσοστό των κομμάτων που δεν θα εκπροσωπηθούν στη Βουλή είναι τουλάχιστον 5%.

Πόσο υψηλότερο, ουδείς μπορεί να το προβλέψει. Είναι συνάρτηση του ποσοστού που θα λάβουν οι Οικολόγοι, οι οποίοι πιθανολογείται ότι δεν θα πιάσουν το όριο του 3%, αλλά και του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ, όστις όπως οι περισσότεροι εκτιμούν θα υπερβεί τελικά το 3% και δεν αποκλείεται να προσεγγίσει το 4%.

Βέβαια, για τις δύο αυτές περιπτώσεις, των Οικολόγων και του ΣΥΡΙΖΑ, καλόν είναι να αποφεύγονται οι προβλέψεις, επειδή είναι τα μόνα κόμματα για τα οποία όντως ισχύει η παλαιά ρήση «η κάλπη είναι έγκυος».

Στις περιπτώσεις του ΚΚΕ και του ΛΑΟΣ η ρήση ισχύει συμπληρωμένη με το «από τότε που τη θέση της μαμής πήρε ο υπέρηχος, ξέρουμε ποιο θα είναι το φύλο του παιδιού». Το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ θα είναι, εκτός δραματικού απροόπτου, το τρίτο και το τέταρτο κατά σειρά κοινοβουλευτικής δύναμης κόμμα, με το πρώτο να φλερτάρει στο συν πλην 7, ίσως και 8%, και το δεύτερο στο συν πλην 5, ίσως και 6%.

Τα πολύ μικρά κόμματα, ως είθισται, θα συγκεντρώσουν συνολικά 2-3%. Σε επίπεδο εδρών, ο μεν ΣΥΡΙΖΑ πιθανολογείται ότι θα καταλάβει ίσως και 5 έδρες λιγότερες από αυτές που είχε. Ο ΛΑΟΣ ίσως κερδίσει 6 ή 7 έδρες και το ΚΚΕ θα κινηθεί περίπου στα ίδια επίπεδα. Το ΠΑΣΟΚ, λόγω και του εκλογικού μπόνους, θα αυξήσει κατά 50% την κοινοβουλευτική του δύναμη, ενώ η Ν.Δ. δύσκολα θα καταφέρει να συγκρατήσει τα 2/3 των βουλευτών της.

Αυτά είναι τα δεδομένα των αριθμών και σίγουρα συνιστούν μια μεγάλη ανατροπή στον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Όχι μόνο μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, αλλά και ευρύτερα.

Πλέον η Κεντροαριστερά στην Ελλάδα παίρνει σημαντικό προβάδισμα έναντι της Κεντροδεξιάς. Περιλαμβανομένων και των Οικολόγων, τα ποσοστά είναι περίπου 58-60%, έναντι 40-42%. Το νέο τοπίο σαφώς και «κλειδώνει» εν τινι τρόπω και τον δρόμο τον οποίο καλείται να βαδίσει το ΠΑΣΟΚ.

Παρ’ ότι είναι αρκετοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει λόγω της δημοσιονομικής αθλιότητας στην οποία ευρίσκεται η χώρα να πολιτευθεί με λογιστική πολιτική Βρυξελλών, εν τούτοις, εάν αυτό ήθελε συμβεί, τότε είναι σίγουρον ότι οι κάλπες δεν θα αργήσουν να ξαναστηθούν.

Το ΠΑΣΟΚ, για να μπορέσει να μακροημερεύσει στην κυβέρνηση, πρέπει να εφαρμόσει πιστά το πρόγραμμά του. Παρ’ όλες τις σοβαρές ενστάσεις που υπάρχουν, ο μόνος δρόμος για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να βγει η χώρα από το αδιέξοδο είναι να υλοποιήσει, με κάποιες αναγκαίες προσαρμογές, ο Γ. Παπανδρέου το σχέδιό του. Εάν παραμείνει πιστός και χωρίς εκπτώσεις στην εφαρμογή των εξαγγελιών του, τότε θα κερδίσει το παιχνίδι.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο Γ. Παπανδρέου, παρά τα όσα του καταμαρτυρούν περί της δήθεν «πριγκιπικής» ανέλιξής του, εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας σε πολύ δύσκολες στιγμές για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά.

Αυτό έγινε την πρώτη φορά, όταν ορίστηκε -εν μέσω γενικής απεργίας στην εκπαίδευση- υπουργός Παιδείας. Το υπουργείο Εξωτερικών το ανέλαβε όταν ξέσπασε η θύελλα Οτσαλάν. Το ΠΑΣΟΚ το παρέλαβε διαλυμένο, καθεστωτικό και διεφθαρμένο.

Τώρα θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας στην πιο κρίσιμη στιγμή – τουλάχιστον της Μεταπολίτευσης. Θα γίνει πρωθυπουργός μιας χώρας που βρίσκεται στα όρια της οικονομικής χρεοκοπίας, αλλά και σε διάλυση γενικότερα.

Τις τρεις πρώτες φορές τα κατάφερε. Ως υπουργός Εξωτερικών, μάλιστα, πιστώνεται πολλές επιτυχίες, ενώ σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ κατάφερε το ακατόρθωτο. Από παρακμασμένο οργανισμό και με ισχυρές φυγόκεντρες τάσεις να το ξανακάνει ελκυστικό κόμμα με νέες δομές, σύγχρονο λόγο και ανανεωμένο στελεχικό δυναμικό.

Αντί για τη διάσπαση και τη διάλυση που πολλοί προέβλεπαν, το ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του επανέρχεται στην εξουσία. Μένει να δούμε αν θα μπορέσει να τα καταφέρει και ως κυβερνήτης.

Σχεδόν τα πάντα είναι εναντίον του. Η κρίση είναι βαθιά, εκτεταμένη και οξεία. Δεν είναι όμως μόνον η οικονομία. Είναι το πολιτικό-κομματικό σύστημα. Είναι το κράτος και η διοίκηση. Είναι η κοινωνία. Η συνοχή και η ηθική της. Όλα τελούν υπό κατάρρευση. Η απαξία είναι γενικευμένη.

Μόνος σύμμαχος του Γ. Παπανδρέου είναι η ανάγκη της χώρας να αναπνεύσει. Να ξανασταθεί στα πόδια της. Να βρει εκ νέου την αυτοπεποίθησή της. Να νιώσουν πάλι οι πολίτες της αισιόδοξοι, ασφαλείς και περήφανοι.

Από αυτή την άποψη, η κρίση είναι και μια ευκαιρία για τον Γ. Παπανδρέου. Η γενική διάθεση, ασχέτως κομματικών προτιμήσεων, ιδεολογικών πεποιθήσεων, κοινωνικής, μορφωτικής και οικονομικής τοποθέτησης, είναι να υπάρξει αλλαγή κατεύθυνσης, πολιτικών, προτεραιοτήτων, προτύπων, στόχων.

Ο άνεμος της αλλαγής που προκύπτει ως κοινός τόπος αντιφατικών εν πολλοίς επιθυμιών και ετερόκλητων δυνάμεων της κοινωνίας είναι αυτός που μπορεί να φουσκώσει τα πανιά της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Εάν αυτόν τον χάσει -και θα τον χάσει εάν δεν πράξει ριζοσπαστικά και δεν τολμήσει μεταρρυθμιστικά τους πρώτους έξι μήνες-, τότε θα αρχίσουν τα «μελτέμια» της αμφισβήτησης, που πολύ γρήγορα μπορεί να μετατραπούν σε «κυκλώνες» αποσταθεροποίησης.

Εάν όντως καταφέρει ο Γ. Παπανδρέου να «καβαλήσει» το νέο κύμα ανάπτυξης της οικονομίας, την πράσινη ανάπτυξη, και κάνει συνετή διαχείριση, τότε η διακυβέρνησή του μπορεί να συμπέσει με τη γενικότερη ανάκαμψη της ευρωπαϊκής και διεθνούς οικονομίας και να ανοίξει ένας νέος ενάρετος κύκλος για τη χώρα.

Εάν ο Γ. Παπανδρέου, έχοντας πρόσφατο και το καταστροφικό παράδειγμα του Κ. Καραμανλή, επιβάλει εξαρχής υψηλούς ρυθμούς απόδοσης στους υπουργούς του και γενικότερα στον κρατικό μηχανισμό, τότε θα έχει κάνει ένα βήμα.

Εάν καταφέρει όντως να συγκροτήσει ένα επιτελικό κυβερνητικό σχήμα και ένα ισχυρό πρωθυπουργικό γραφείο, θα έχει κάνει ένα δεύτερο βήμα. Εάν τις πρώτες 100 ημέρες κάνει αυτά που έχει υποσχεθεί, θα έχει πραγματοποιήσει το τρίτο βήμα.

Εάν αποκομματικοποιήσει τη διοίκηση και χτυπήσει τη διαφθορά, στέλνοντας ακόμη και στη φυλακή παραβάτες, είτε αυτοί είναι πολιτικοί, είτε κρατικοί αξιωματούχοι, είτε κρίκοι της υπαλληλικής γραφειοκρατίας, θα έχει κάνει ένα ακόμη βήμα.

Εάν μπορέσει να επιβάλει κανόνες τουλάχιστον διαφάνειας στις σχέσεις και στις δοσοληψίες των επιχειρηματικών συμφερόντων με το Δημόσιο, θα αρχίσει να τρέχει. Μαζί του και η κοινωνία, στην οποία επίσης, όμως, πρέπει να τεθούν κανόνες και ειδικότερα στις οργανωμένες και συνδικαλιστικές εκφράσεις της – όσον αφορά τόσο τα δικαιώματα όσο και τις υποχρεώσεις που έχουν.

Εάν όλα αυτά συμβούν, τότε ίσως να μη μας πνίξουν τα ελλείμματα και να μην αφανιστεί το έθνος από το δημόσιο χρέος. Κι αυτό γιατί σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί όντως να ευδοκιμήσουν προσπάθειες παραγωγικής ανασυγκρότησης, διοικητικού εκσυγχρονισμού και κοινωνικοπολιτικής αναμόρφωσης, που εν τέλει είναι και τα μεγάλα ζητούμενα.

Ο Γ. Παπανδρέου την Τετάρτη, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, θα ορκίζεται πρωθυπουργός. Θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια οριακή στιγμή. Τα προβλήματα είναι πολύ περισσότερα και μεγαλύτερα από όσα ίσως φαντάζεται.

Υπάρχουν πολλοί σκελετοί στην ντουλάπα και πολλή σκόνη κάτω από το χαλί. Διαγενομένου του χρόνου, θα αποκαλυφθούν κι άλλες «μαύρες τρύπες» κι άλλες δημοσιονομικές αβαρίες κι άλλες «βόμβες». Το πεδίο είναι ναρκοθετημένο. Χρειάζονται πιρουέτες για να μην τιναχθεί κι αυτή η ευκαιρία στον αέρα.

Την προσπάθεια Παπανδρέου οφείλουν όλες οι υγιείς δυνάμεις του τόπου να τη συνδράμουν, όπως συνέδραμαν το 2004 τον Κ. Καραμανλή.

Από την πλευρά του, ο Γ. Παπανδρέου οφείλει από την πρώτη κιόλας στιγμή να δώσει δείγματα γραφής. Από τη σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου και την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της νέας κυβερνήσεως θα καταλάβουμε πολλά. Και ανάλογα θα κρίνουμε και θα τοποθετηθούμε…