Friday, July 17, 2009

Πορεία με νέο αζιμούθιο (18-07-2009)

Tα όσα αποκαλύπτονται τις τελευταίες ημέρες, για τη μαφία των φυλακών και τις σχέσεις βαρυποινιτών με κρατικούς υπαλλήλους, επιχειρηματίες και πολιτικούς, μόνον σε μελαγχολικές σκέψεις εμβάλλουν. Δίδεται η εντύπωση ότι η χώρα έχει μετατραπεί σε μια απέραντη χαβούζα.

Ολοένα και περισσότεροι πολίτες την προσομοιάζουν με κακόφημο χαμαιτυπείο, ενώ εδραιώνεται η πεποίθηση ότι πλέον λειτουργεί ως συναλλακτήριο παρά ως συντεταγμένη πολιτεία.

Η διαφθορά, η ανομία, η αναξιοκρατία, η απαξία θεσμών και ηθών κυριαρχούν σε κάθε έκφανση του δημόσιου βίου. Έχουν ποτίσει μέχρι μυελού οστέων το κοινωνικό σώμα και οι αναθυμιάσεις που αναδύονται από τα πυώδη αποστήματα κάνουν την ατμόσφαιρα ανυπόφορη.

Μικρή σημασία έχει η επισήμανση ότι οι κοινωνικοπολιτικές δυσπλασίες άρχισαν να διογκώνονται τη δεύτερη τετραετία Σημίτη και σήμερα είναι τόσον εξόφθαλμες ώστε προκαλούν αηδία και αναγούλα. Η σήψη είναι τόσο γενικευμένη και σκεπάζει τα πάντα, που είναι αμφίβολο εάν μπορεί να αντιμετωπιστεί ακόμη κι από μια κυβέρνηση αδιάφθορων.

Το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν μπορεί να περιγραφεί με την παροιμία «το ψάρι βρομάει από το κεφάλι». Είναι, μάλιστα, λάθος να εντοπίζεται μόνον ή κυρίαρχα στις κάθε λογής ηγεσίες. Πρέπει να αναζητηθεί και πιο κάτω. Στους αρμούς, στους μεσοσπόνδυλους της κοινωνίας. Διαχέεται και στις πλείονες των περιπτώσεων εκπηγάζει από τα ενδιάμεσα στρώματα της γραφειοκρατίας του Δημοσίου, των υπουργείων και εν γένει του κρατικού μηχανισμού, περιλαμβανομένης, σε αυξημένο μάλιστα ποσοστό, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών, όπως αυτή συναρθρώνεται σε φορείς, οργανώσεις και πρωτοβουλίες.

Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι ψάχνουν να βρουν «πού υπάρχουν άκρες». Σχεδόν όλοι ρωτούν «ποιον έχουμε εκεί;», για να κάνουν τη δουλειά τους. Και πάντα, βέβαια, με το αζημίωτο για τον «ενδιάμεσο κρίκο». Και οι «ενδιάμεσοι κρίκοι» είναι πολλοί και όχι κατ’ ανάγκην πολιτικοί – όπως συνέβαινε παλαιότερα με την αθώα, όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται, εκδοχή των ρουσφετιών. Αποδεικνύονται δε και επικίνδυνοι, καθώς αυτή η δικτύωση διαφθοράς και ανομίας περιλαμβάνει, ως οργανικά τμήματά της, εγκληματίες, νονούς της νύχτας, ναρκέμπορους, εκβιαστές και πιθανότατα άτομα που βαφτίζουν εαυτούς τρομοκράτες.

Η Ελλάδα σήμερα είναι «χαλασμένη», το ίδιο και οι περισσότεροι πολίτες της. Η Ελλάδα του «κονέ» ουδεμία σχέση έχει με την Ελλάδα όπως ήταν ακόμη και πριν από 20 χρόνια. Έχει επέλθει μια ποιοτική, επί τα χείρω, μεταβολή.

Αυτή η ποιοτική υποβάθμιση της δημοκρατίας -σε συνδυασμό με τη βαθιά οικονομική κρίση, τον κοινωνικό εκπεσμό και τα γενικευμένα αισθήματα ανασφάλειας είτε λόγω των επαπειλούμενων αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις και το Ασφαλιστικό είτε εξαιτίας των προβλημάτων που προκαλεί στην καθημερινότητα η έξαρση της βίας και της λαθρομετανάστευσης- μόνον χειρότερα προοιωνίζεται για τον δημόσιο βίο.

Και το πρώτο οχυρό που, κατά πώς φαίνεται, θα πέσει είναι αυτό του υφιστάμενου πολιτικο-κομματικού συστήματος. Στις επερχόμενες εκλογές όλα συνηγορούν ότι θα υπάρξει αλλαγή βάρδιας στην εξουσία. Ουδείς, όμως, εγγυάται ότι η πολιτική μεταβολή στο επίπεδο της διακυβέρνησης είναι ικανή να γιατρέψει και τις χρόνιες δυσπλασίες από τις οποίες ταλαιπωρείται η χώρα. Ενδεχομένως πρόσκαιρα να υπάρξει μια ανακούφιση, ένας διαφορετικός αέρας στην ψυχολογία των πολιτών.

Αν όμως η κυβερνητική αλλαγή δεν συνδυαστεί μ’ ένα ευρύτερο κίνημα πολιτικής, ηθικής και μορφωτικής αναγέννησης, βαθιές τομές σε θεσμούς και λειτουργίες του κράτους και του επιχειρείν και -το κυριότερο- ανελέητο χτύπημα κάθε μορφής παραβατικότητας, είναι σίγουρο ότι έπειτα από λίγο θα «ρουφηχθεί» από την υφιστάμενη «χαβούζα».

Μια τέτοια εξέλιξη θεωρείται βέβαιον ότι θα δώσει ευκαιρίες και χώρο για να αναπτυχθούν νέα πολιτικά σχήματα που θα αντικαταστήσουν τα υφιστάμενα. Τα αυξανόμενα φαινόμενα δυσπιστίας, απαξίωσης και απόρριψης των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας, αλλά και των μικρότερων κοινοβουλευτικών σχηματισμών, αποτελούν -πλην των άλλων- και πρόδρομα σήματα για το νέο που κυοφορείται.

Αν καταφέρει ο Γ. Παπανδρέου, που προβάλλει ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί να αντικαταστήσει τον Κ. Καραμανλή στην πρωθυπουργία, να ηγηθεί μιας τέτοιας ηθικής, πνευματικής, πολιτικής και αξιακής σταυροφορίας, τότε ενδεχομένως να μακροημερεύσει στην εξουσία και πάντως σίγουρα θα κερδίσει την υστεροφημία του, στοίχημα που -απ’ ό,τι φαίνεται- τουλάχιστον προσώρας έχει απολέσει ο Κ. Καραμανλής.

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει να ταυτίσει το κυβερνητικό του μέλλον με τα ζέοντα προστάγματα της εποχής και τα αγωνιώδη αιτήματα κάποιων «καθαρών» τμημάτων (πείτε τα πρωτοπορία, ελίτ, μειοψηφία ή όπως αλλιώς θέλετε να ονοματίσετε τους λίγους, είναι αλήθεια, ανθρώπους που επιμένουν να σκέπτονται και να δρουν πέραν του... νατηβρουμισμού) της κοινωνίας.

Ταυτόχρονα, βέβαια, θα πρέπει πέραν του νέου κοινωνικού οράματος, που είναι απαραίτητο ως σηματωρός της νέας πορείας, να υλοποιήσει ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που θα αποτελέσει τη νέα λοκομοτίβα οικονομικής ανάπτυξης, από την οποία θα πρέπει να ωφεληθούν πρωτίστως τα χαμηλόμισθα και εν πολλοίς παραπεταμένα λαϊκά στρώματα.

Αυτό είναι απαραίτητο για να έχει εξασφαλισμένη τη λαϊκή υποστήριξη, χωρίς την οποία δύσκολα -ειδικά στις σημερινές συνθήκες κρίσης- θα μπορέσει να διατηρηθεί στην εξουσία. Εάν ο Γ. Παπανδρέου αφεθεί στην ευωχία που προκαλεί η περίπου προεξοφλημένη επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, είναι σίγουρο ότι πολύ σύντομα θα σπάσει τα μούτρα του.

Τώρα που όλοι οι οιωνοί είναι υπέρ του, πρέπει να δρομολογήσει και να πυροδοτήσει διαδικασίες σύγκρουσης με οτιδήποτε σάπιο, διεφθαρμένο και άνομο. Εάν ακούσει τις Σειρήνες της δήθεν «ήρεμης δύναμης», πολύ σύντομα θα διαπιστώσει ότι αυτές τού γλυκοψιθύριζαν στο αυτί από ιδιοτέλεια.

Όσοι από τώρα στήνουν μηχανισμούς συνδιαλλαγής για αύριο είναι αυτοί που τάσσονται υπέρ τού να αφεθούν τα πράγματα ως έχουν. Και είναι αρκετοί αυτοί, και μάλιστα πολλοί τέτοιοι «κανονιστάκηδες» ήδη προβάλλονται ως οι αυριανοί ισχυροί πόλοι της εξουσίας σε κυβερνητικό ή κρατικό επίπεδο. Εάν ο Γ. Παπανδρέου δεν φροντίσει από τώρα να λάβει αποστάσεις απ’ όλους αυτούς ή τέλος πάντων δεν τους συνετίσει εγκαίρως, τότε αύριο ίσως βρεθεί αιχμάλωτός τους.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο. Δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με την ίδια ρότα. Χρειάζεται καινούργιο αζιμούθιο. Όσοι πιστεύουν ότι αρκεί μια κυβερνητική μεταβολή και μόνον για να διορθωθούν τα πράγματα είναι είτε ανιστόρητοι είτε ιδιοτελείς. Κυρίως όμως είναι κρετίνοι, αν θεωρούν ότι η δική τους ιδιοτέλεια θα ευδοκιμήσει επειδή δήθεν είναι πιο ικανοί, πιο έμπειροι ή επειδή ο σοσιαλισμός περιέχεται στον τίτλο του κόμματος.

Εάν ο Γ. Παπανδρέου είναι αποφασισμένος όντως να ηγηθεί μιας προσπάθειας να μη βουλιάξει η Ελλάδα, όπως λέει το σύνθημά του, τότε θα πρέπει να εντατικοποιήσει τους ρυθμούς συγκρότησης του νέου μπλοκ εξουσίας.

Δεν αρκούν οι δηλώσεις για το τι θα πράξει αύριο. Θα πρέπει από σήμερα κιόλας να ταυτισθεί με πρωτοβουλίες και κινήσεις που θα στοχεύουν στην ανάδειξη νέων ηγεσιών παντού, μέσα από λαϊκές, δημοκρατικές και όσο το δυνατόν πιο μαζικές διαδικασίες.

Αντί των επαφών κορυφής του ίδιου ή των παρασκηνιακών διομολογήσεων ηγετικών του στελεχών με παράγοντες και συμφέροντα που έχουν συνηθίσει να επηρεάζουν τα του δημοσίου βίου, θα πρέπει να ανοίξει το παιχνίδι στη βάση, στρατεύοντας και διαπαιδαγωγώντας όσο το δυνατόν περισσότερα τμήματα του πληθυσμού στο νέο αζιμούθιο με το οποίο πρέπει να πορευτεί η χώρα.

Καλά είναι τα παρασκηνιακά παιχνίδια, καλές είναι οι διευθετήσεις ή οι συμφωνίες, όμως εάν μείνουν, αυτός και τα στελέχη του, μόνον σ’ αυτά, το μόνο που θα έχουν εξασφαλίσει είναι -πέραν της εκλογικής νίκης- και τον σίγουρο, έπειτα από λίγο, πολιτικό τους θάνατο.

Και τότε, επειδή η κοινωνία θα έχει στομώσει, αλλά και επειδή πιθανότατα το κράτος θα έχει χρεοκοπήσει εξαιτίας των ελλειμμάτων και του υπέρογκου δημόσιου χρέους, μηδέ αποκλειομένης κάποιας «εθνικής περιτομής» στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων, το επόμενο αίτημα των πολιτών δεν θα είναι -όπως έχουμε μετά τη Mεταπολίτευση συνηθίσει- η δικομματική εναλλαγή, αλλά ένα νέο Γουδί, ένα νέο 1909.

Μια τέτοια εξέλιξη ίσως να ήταν και καλοδεχούμενη, καθώς σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος της ακροδεξιάς εκτροπής, ο οποίος -εκτός από τα εσωτερικά κοινωνικοπολιτικά ελλείμματα- αιμοδοτείται και από την παγκόσμια οικονομική κρίση και τη γενικευμένη ανασφάλεια.

Βεβαίως, και για να είμαστε δίκαιοι, η προσπάθεια για να αναστοχαστεί το έθνος και να υπάρξει ανατροπή του υφιστάμενου φθισικού καθεστώτος δεν μπορεί να γίνει από έναν άνθρωπο ή μια κομματική ή κυβερνητική ηγετική ομάδα.

Aπαιτείται και η συνδρομή όλων όσοι διαπιστώνουν το αδιέξοδο. Χρειάζεται εκ παραλλήλου με την πολιτικο-κομματική αντιπαράθεση να στηθούν παντού δίκτυα, κάθε μορφής, που με τις πρωτοβουλίες τις οποίες θα αναλαμβάνουν και τα αιτήματα τα οποία θα διατυπώνουν να λειτουργούν είτε ως δοκοί αντιστήριξης είτε ως χειροβομβίδες ανατίναξης των συμβιβασμών και των εκπτώσεων που θα εμφανίζονται. Χρειάζεται μια μορφωτική, πολιτιστική, αξιακή, αισθητική, παιδαγωγική επανάσταση, η οποία θα βαδίζει πλάι πλάι με την πολιτική ανατροπή και την παραγωγική ανασυγκρότηση.

Διαφορετικά, εάν τα πράγματα αφεθούν ως έχουν προκειμένου να υπάρξει μια απλή κυβερνητική εναλλαγή, τότε τα... βλαστάρια των Βλαστών θα μας... τρομπουκίσουν όλους.

Friday, July 10, 2009

"Βεβαρημένο ποινικό μητρώο" (11-07-2009)

Δεν ξέρω αν όντως και σε τι βαθμό εμπλέκονται τα τρία κυβερνητικά στελέχη (Μαρκογιαννάκης, Σαλμάς, Καμμένος) στην υπόθεση του υποκόσμου που βρίσκεται πίσω από τις αποκαλυπτόμενες δυσώδεις υποθέσεις, με πρώτη αυτήν της απαγωγής του εφοπλιστή Παναγόπουλου.

Όμως, και μόνον το γεγονός ότι τα ονόματά τους ακούγονται, δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία, η ζημιά που υφίσταται η κυβέρνηση είναι προφανής και μεγάλη. Το «ποινικό μητρώο» της κυβέρνησης επιβαρύνεται με μία ακόμα σκανδαλώδη υπόθεση, η οποία μάλιστα έχει την ιδιομορφία ότι ακυρώνει μία όντως σοβαρή επιτυχία των διωκτικών Αρχών. Η έστω ατεκμηρίωτη και μόνον διά της σπερμολογίας επιβάρυνση του «ποινικού μητρώου» της κυβερνήσεως θα πρέπει να προβληματίσει τον πρωθυπουργό και να τον οδηγήσει στην απόφαση να επισπεύσει τις πολιτικές εξελίξεις.

Πλέον, κάθε μέρα που περνά ο δημόσιος βίος μοιάζει με κινούμενη άμμο – ολοένα και πιο επικίνδυνη. Με κάθε κίνηση η κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα, οι θεσμοί βυθίζονται πιο βαθιά στην ανυποληψία και την απαξίωση. Μετά την εμπλοκή των κουμπάρων, των χρηματιστών, των καλόγερων, έρχονται τώρα και οι ποινικοί κρατούμενοι για να διεκδικήσουν θέση στο κάδρο της διακυβέρνησης!

Ασχέτως ευθυνών ή προθέσεων, αποδεικνύεται ότι η παρούσα κυβέρνηση όχι μόνον εξεμέτρησε τις ημέρες του βίου της, αλλά πλέον τρώει και από τις σάρκες του έθνους κι αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

Ενδεχομένως η κακοδαιμονία της κυβερνήσεως να είναι η οριακή κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, όπως πιστεύει ο πρωθυπουργός, και όχι η αποτυχία των πολιτικών της, όπως υποστηρίζει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, υπάρχει μια πραγματικότητα η οποία δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η οποία λειτουργεί ανασχετικά σε οποιαδήποτε αναγκαία προσπάθεια αντιμετώπισης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την προεκλογική τροχιά στην οποία από δεκαπενθημέρου κινείται η χώρα.

Μετά την κατηγορηματική δέσμευση, κυρίως του ΚΚΕ, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ, ότι θα συμπαραταχθούν με το ΠΑΣΟΚ στο θέμα της προεδρικής εκλογής, ο απώτατος χρόνος στον οποίον θα στηθούν οι κάλπες έχει συρρικνωθεί στους επτά μήνες. Πλέον δεν υπάρχει καμία δυνατότητα η κυβέρνηση να εξαντλήσει την τετραετία. Οι εκλογές θα γίνουν στο διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου και Μαρτίου 2010.

Τούτων δοθέντων, ο Κ. Καραμανλής θα πρέπει να εγερθεί υπεράνω προσωπικών ή κομματικών σκοπιμοτήτων και να προκηρύξει εκλογές το ενωρίτερον δυνατόν. Η χώρα και πρωτίστως η οικονομία δεν αντέχουν μια παρατεταμένη προεκλογική παγωνιά στις συναλλαγές του Δημοσίου με τους ιδιώτες και τους επιχειρηματίες. Γιατί είναι προφανές ότι, μετά το θέρος και μέχρι να διεξαχθούν οι εκλογές, τα μολύβια των κρατικών αλλά και των κυβερνητικών στελεχών θα μπουν στις μολυβοθήκες.

Ουδείς θα αναλαμβάνει την ευθύνη να υπογράψει αποφάσεις, να συνάψει συμβάσεις, να προχωρήσει σε εκτελέσεις έργων, υπό τον φόβο της επερχόμενης πολιτικής αλλαγής και των καταλογισμών που μπορεί να γίνουν από την επόμενη κυβέρνηση.

Δυστυχώς, σ’ ένα ανάπηρο, διεφθαρμένο, κομματικό και κλεπτοκρατικό σύστημα-κράτος, όπως το δικό μας, αυτή η πρακτική αποτελεί κανόνα. Ακόμη και σωστά μέτρα να ληφθούν, αυτά θα εκλαμβάνονται ως προεκλογικά και περισσότερο θα ζημιώσουν παρά θα ωφελήσουν την κυβέρνηση. Από την άλλη, και η αντιπολίτευση, προκειμένου να προσποριστεί εκλογικά οφέλη, είναι φανερό ότι μετά το θέρος θα ανεβάσει κατακόρυφα τους τόνους της κριτικής -ίσως και πολεμικής- κατά της κυβερνήσεως.

Ο λαϊκισμός, παρ’ ότι ξορκίζεται απ’ όλους, θα είναι στην ημερήσια διάταξη. Είτε θα αποκαλύπτονται ή θα ανακαλύπτονται σκάνδαλα, αβελτηρίες και υστερήσεις, με αποτέλεσμα ο δημόσιος βίος να θυμίζει υποβαθμισμένο χαμαιτυπείο πέριξ της Ομονοίας, είτε η ακράτεια των υποσχέσεων, στο όνομα της εκλογικής επιτυχίας, θα ναρκοθετήσει το μετεκλογικό τοπίο και για τον επόμενο κυβερνήτη.

Και βέβαια στον φθινοπωρινό χορό της έντασης αναμένεται να κάνουν θεαματικά τσαλίμια τα συνδικάτα και οι οργανώσεις επαγγελματικών τάξεων και φορέων, τα συμφέροντα των οποίων θα θεωρηθεί ότι πλήττονται από το αναμενόμενο δεύτερο κύμα μέτρων των υπουργείων Οικονομικών και Απασχόλησης.

Ένα «καυτό φθινόπωρο» με αυξημένη πολιτική και κοινωνική κινητικότητα είναι αμφίβολο αν μπορεί να το διαχειριστεί αποτελεσματικά η κυβέρνηση, χωρίς να διασαλευτεί η κοινωνική γαλήνη και να κινδυνεύσει η κοινωνική συνοχή, ενώ υπάρχει πάντα ο φόβος της τρομοκρατίας, ο οποίος επ’ εσχάτων και μετά από ένα διάλειμμα αρκετών χρόνων έχει επιστρέψει δριμύτερος και πιο βίαιος στα καθ’ ημάς.

Ενδεχόμενη, αλλά βασίμως πιθανολογούμενη, πολιτική και κοινωνική αστάθεια θα είναι ό,τι χειρότερο και για τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα. Στο τέλος του έτους, τα κοινοτικά όργανα (Ευρωκοινοβούλιο, Επιτροπή κ.ά.) θα πρέπει να αποφανθούν επί των ετήσιων εκθέσεων προόδου της Τουρκίας και της ΠΓΔΜ. Μια ασθενής κυβέρνηση, βαλλόμενη μάλιστα και εκ δεξιών λόγω της αυξημένης επιρροής του κόμματος του Γ. Καρατζαφέρη στο εκλογικό σώμα, δύσκολα θα μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις θέσεις της χώρας.

Πιθανές υποχωρήσεις ή και λεονταρισμοί είναι σίγουρο ότι θα βλάψουν εξίσου τόσο αυτά καθαυτά τα θέματα όσο και το εξωτερικό κύρος της χώρας.

Η μεγαλύτερη, όμως, απειλή από την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και τις προαναφερθείσες παρενέργειες είναι για τα δημοσιονομικά πράγματα. Το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα, αντί να τιθασευθούν, το πιθανότερο είναι να εκτοξευθούν, με κίνδυνο να τεθεί άμεσα η χώρα υπό επιτήρηση και κηδεμονία.

Τη στιγμή που οι άλλες χώρες αρχίζουν να βλέπουν φως στο τούνελ της εξόδου από την κρίση, θα ήταν εθνικό έγκλημα η χώρα να κηρυχθεί «αποσυνάγωγος» από την ομάδα των ανεπτυγμένων κρατών της Ευρώπης, αλλά και παγκοσμίως. Ήδη η υστέρηση εσόδων του προϋπολογισμού είναι σημαντική, φθάνει τα 3 δισ. ευρώ. Άλλα περίπου 12 δισ. ευρώ είναι η υστέρηση από κοινοτικές εισροές. Οι δαπάνες είναι αυξημένες περίπου κατά 20% από τις προϋπολογισθείσες. Το πραγματικό έλλειμμα, και όχι οι λογιστικές αλχημείες, ξεπερνά σίγουρα το 7%, αν όχι και το 8%, ενώ το χρέος μέχρι το τέλος του έτους ίσως αγγίξει τα 300 δισ. ευρώ.

Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν ή ετοιμάζονται για αργότερα είναι σίγουρο ότι δεν θα διορθώσουν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος, την εργασία, το ασφαλιστικό σύστημα -που πέντε χρόνια τώρα εξαγγέλλονται και δεν υλοποιούνται ή γίνονται με το σταγονόμετρο και φοβικά, με αποτέλεσμα να αφυδατώνονται και πάντως να μην αλλάζουν άρδην το τοπίο- για να αποδώσουν χρειάζονται χρόνο, που είναι ασύμβατος με αυτόν που διαθέτει η παρούσα κυβέρνηση, αλλά και ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και πολιτική ηγεμονία, που επίσης δεν διαθέτει η κυβέρνηση.

Οπότε οι όποιες πρωτοβουλίες ή μέτρα παρθούν τους επόμενους μήνες είτε θα μοιάζουν σαν των Τρώων τις συφοριασμένες προσπάθειες είτε θα επιφέρουν τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αφού δεν θα στηρίζονται σε μια ισχυρή κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία.

Εάν λοιπόν ο Κ. Καραμανλής θέλει όντως να είναι χρήσιμος, όπως διατείνεται, και δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφισβητήσουμε την αγαθότητα των προθέσεών του, έχει μία και μόνη επιλογή: να προκηρύξει το συντομότερο δυνατόν εκλογές. Ει δυνατόν και αύριο, και πάντως όχι αργότερα από τις 13 Σεπτεμβρίου.

Δεν είναι έγκλημα, είναι λάθος να πιστεύει ότι, δεδομένης της εικόνας της κυβερνήσεώς του, μπορεί να τεθεί επικεφαλής του αναγκαίου προγράμματος εξυγίανσης και ανόρθωσης της χώρας. Ούτε διαφορετικές προτεραιότητες μπορεί να θέσει, ούτε άλλο μείγμα οικονομικής πολιτικής να φτιάξει, ούτε επαναδιαπραγμάτευση με τους κοινοτικούς εταίρους μας μπορεί να κάνει, ούτε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία να ανασυνθέσει, ούτε κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες να οικοδομήσει.

Ό,τι κάνει θα είναι διαχείριση. Αυτό ακριβώς που δεν χρειάζονται, ειδικά αυτήν τη στιγμή, ο τόπος και η κοινωνία. Εξίσου λάθος είναι και ο τρόπος που φαίνεται ότι πολιτεύεται – δηλαδή «όσο ζω ελπίζω», έστω και στο τυχαίο. Πολιτεύεται έτσι μήνες τώρα, σχεδόν έναν χρόνο, και τίποτε που ν’ αλλάξει την «ατζέντα» δεν συνέβη, αντίθετα τα πάντα χειροτέρευσαν για τον ίδιο και την κυβέρνησή του.

Σε τελική, μάλιστα, ανάλυση είναι ενοχλητικό να επιμένει κάποιος να κυβερνά στηριζόμενος σε μια πλειοψηφία ενός βουλευτή, όταν τουλάχιστον 20 βουλευτές της συμπολιτεύσεως, άλλοι δίκαια άλλοι άδικα, είναι «σημαδεμένοι» για ανάρμοστες συμπεριφορές, τις οποίες, όπως και ο ίδιος έχει ομολογήσει, υπό άλλες συνθήκες δεν θα δικαιολογούσε και δεν θα επέτρεπε.

Δεν είναι ότι η εμμονή, παντί τρόπω, διατήρησης της εξουσίας απαξιώνει έτι περαιτέρω το πολιτικό σύστημα, είναι ότι ζημιώνει και το κόμμα του, αλλά και αμαυρώνει και τη δική του υστεροφημία. Και σίγουρα βλάπτει τα συμφέροντα των πολιτών και της χώρας.

Η χώρα έχει γονατίσει και χρειάζεται να ξανασταθεί στα πόδια της. Και η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος το μόνο που θα καταφέρει είναι να τη βάλει και σε αναπηρικό καροτσάκι. Γι’ αυτό απαιτείται γενναιότητα και αίσθηση καθήκοντος από τον πρωθυπουργό. Χρειάζεται να το πάρει, επιτέλους, απόφαση και να ζητήσει από τον λαό να επιλέξει ανάμεσα σε αυτόν και τον Γ. Παπανδρέου. Και, ποιος ξέρει; Ίσως μια απόφαση άμεσης προσφυγής στις κάλπες να αποδειχθεί χρήσιμη και για τον ίδιο.

Πάντως, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η εικόνα, όλοι -από τους εργαζόμενους και τους επιχειρηματίες μέχρι τους πολιτικούς και τους δημοσιολογούντες- να είμαστε μ’ ένα ημερολόγιο στο χέρι προσπαθώντας να μαντέψουμε πότε θα λήξει η εκκρεμότητα διακυβέρνησης.

Friday, July 03, 2009

Πολλά τα λεφτά, Άρη (04-07-2009)

Πριν από περίπου τρεις μήνες, στις 11 Απριλίου, απ’ αυτή εδώ τη στήλη είχαμε διατυπώσει «δύο προτάσεις αξίας 35 δισ.». Οι προτάσεις μας ήταν πλήρως τεκμηριωμένες και απόρροια μελέτης που είχε κάνει ο «ΚτΕ», σε συνεργασία με μία από τις πλέον έγκυρες και μεγάλες εταιρείες που ειδικεύονται σε θέματα φορολογίας και κανόνων επιχειρηματικής δράσης.

Υποστηρίζαμε ότι «η χώρα θα μπορούσε να λύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα, εάν η κυβέρνηση υιοθετούσε τους κανόνες που έχουν τα σοβαρά κράτη» και «το Δημόσιο θα μπορούσε να εισπράξει άμεσα τουλάχιστον 15 δισ. ευρώ, εάν υιοθετούσε τους διεθνώς ισχύοντες κανόνες του transfer pricing, ενώ με την κατάργηση του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίων θα ενίσχυε τη ρευστότητα της οικονομίας με επιπλέον 20 δισ. ευρώ».

Δεν προτείναμε ούτε κάτι καινούργιο, ούτε κάτι επαναστατικό. Απλώς να ισχύσει στη χώρα μας ό,τι και στον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο, όπου λειτουργούν πολυεθνικές εταιρείες. Τα μέτρα που προτείναμε ήταν, πρώτον, να υπάρξει σύνδεση της πρόσφατης νομοθεσίας του υπουργείου Ανάπτυξης για την τεκμηρίωση των ενδοομιλικών συναλλαγών (transfer pricing) με τη φορολογική νομοθεσία και, δεύτερον, να απαγορευθεί η υποκεφαλαιοδότηση των εταιρειών σε σύγκριση με τον ενδοομιλικό δανεισμό τους, να εξορθολογιστεί δηλαδή η σχέση ίδιων και ξένων κεφαλαίων.

Προς μεγάλη μας έκπληξη και ικανοποίηση, το άρθρο της 11ης Απριλίου βρήκε μεγάλη απήχηση. Τα τηλεφωνήματα που δεχθήκαμε προκειμένου να παράσχουμε περισσότερες πληροφορίες και υλικό ήταν αρκετά. Ενδιαφέρθηκαν ορισμένοι υπουργοί (δυστυχώς, μόνον ένας του λεγόμενου οικονομικού κύκλου, καθώς και δύο υφυπουργοί), αλλά και πολλοί -κι αυτό ήταν η ευχάριστη έκπληξή μας- βουλευτές της συμπολίτευσης, όχι όμως -κι αυτό ήταν η δυσάρεστη έκπληξή μας- και της αντιπολίτευσης.

Προς τιμήν του ο μοναδικός, ναι ο μοναδικός, από τον χώρο της αντιπολίτευσης που επικοινώνησε μαζί μας για το θέμα ήταν ο ίδιος ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, ο Γ. Παπανδρέου. Ελπίζω η αδιαφορία που επέδειξαν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και ειδικά αυτοί που ασχολούνται με τα θέματα οικονομίας να είναι απότοκο του αισθήματος επάρκειας και της εξειδικευμένης γνώσης τους περί το transfer pricing και το thin capitalization καθώς και της ειλημμένης απόφασής τους να συγκρουστούν ευθέως και σκληρά με τις πολυεθνικές όταν έρθουν στην εξουσία.

Η δεύτερη έκπληξη και ικανοποίηση που νιώσαμε ήταν όταν προ δεκαπενθημέρου το υπουργείο Οικονομίας εξέδωσε δελτίο Τύπου στο οποίο αναφερόταν η πρόθεσή του να εισαγάγει προς ψήφισιν στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο θα ρύθμιζε αυτά τα θέματα. Ήταν όντως κάτι το ασυνήθιστο, για το συνήθως βραδύπορο κράτος, η ταχύτητα με την οποίαν αντέδρασε η κυβέρνηση.

Όταν λοιπόν το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών εξήγγειλε την πρώτη δέσμη μέτρων για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής στις συναλλαγές και είχε τόσο την εισαγωγή κανόνων τεκμηρίωσης στις ενδοομιλικές συναλλαγές για φορολογικούς σκοπούς όσο και την απαγόρευση της υποκεφαλαιοδότησης των εταιρειών ως θέματα άμεσης προτεραιότητας, πιστέψαμε ότι οι προτάσεις μας εισακούστηκαν.

Δυστυχώς, όμως, φαίνεται ότι στη χώρα στην οποία ζούμε ούτε και τα πιο απλά πράγματα δεν είναι δυνατό να γίνουν δίχως να προκληθούν αναστάτωση και προβληματισμός στην επιχειρηματική κοινότητα, αφού, διαβάζοντας κανείς το σχέδιο νόμου που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο σχηματίζει την εντύπωση ότι η νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης δεν έχει συνοχή και συνέχεια.

Το πρόσφατο φορολογικό νομοσχέδιο, αντί να έλθει ως αναγκαίο συμπλήρωμα της σχετικής νομοθεσίας του υπουργείου Ανάπτυξης, για την τεκμηρίωση των ενδοομιλικών συναλλαγών προέκυψε ως ο αντίθετος πόλος της. Άμεση συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι να υφίστανται στην ελληνική έννομη τάξη για το ίδιο αντικείμενο δύο ανεξάρτητα και σε κάποιες διατάξεις αντίθετα μεταξύ τους νομικά πλαίσια, προκαλώντας έτσι κομφούζιο στην αγορά, ενώ στις επιχειρήσεις θα επιβάλλονται αυξημένα διοικητικά κόστη συμμόρφωσης.

Η παγκόσμια αυτή πρωτοτυπία της Ελλάδας, η ύπαρξη δηλαδή δύο διαφορετικών νομικών πλαισίων για το ίδιο ζήτημα, αποδεικνύεται από τα παρακάτω απλά στοιχεία:
Διαφορετικές υπόχρεες για τεκμηρίωση εταιρείες. Για το υπουργείο Ανάπτυξης (ΥΠΑΝ), υπόχρεες είναι μόνο εταιρείες, ενώ για το Οικονομίας (ΥΠΟΙΚ) είναι όλες οι επιχειρήσεις (υποθέτουμε ότι τουλάχιστον τα περίπτερα θα εξαιρούνται).

Διαφορετικοί ορισμοί για την έννοια του όρου «συνδεδεμένες επιχειρήσεις». Το ΥΠΑΝ προσφεύγει στο Εμπορικό μας Δίκαιο, ενώ το ΥΠΟΙΚ καταφεύγει στις μάλλον περίπλοκες και ασαφείς οδηγίες του ΟΟΣΑ. Δεν ξέρουμε τι είναι καλύτερο. Ίσως να είναι του ΟΟΣΑ, όμως νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι προτιμότερο είναι το Εμπορικό μας Δίκαιο, επειδή σ’ αυτό υπάρχει η μοναδική διάταξη που ορίζει το τι είναι συνδεδεμένη επιχείρηση. Διαφορετικά, μπορούμε να «χαθούμε στη μετάφραση» του ΟΟΣΑ και να βρεθούν πολλά παράθυρα διαφυγής. Ελπίζουμε, βέβαια, να μην είναι αυτός ο στόχος του νομοθέτη.

Διαφορετικές προθεσμίες υποβολής φακέλου. Έναν μήνα δίνει το ΥΠΑΝ, δύο το ΥΠΟΙΚ. Ίσως κάποιος να πει ότι ένας μήνας διαφορά δεν είναι τίποτε, όμως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που επισημαίνουμε. Άλλα λέει το ΥΠΑΝ, άλλα το ΥΠΟΙΚ για το ίδιο θέμα. Αυτό ακριβώς καυτηριάζουμε, ότι επέρχεται σύγχυση αντί να αποκαθαίρεται το τοπίο.

Και το αλαλούμ συνεχίζεται καθώς θεσπίζονται ακόμη και διαφορετικά κριτήρια απαλλαγών για τις μικρές επιχειρήσεις. Το ΥΠΑΝ θέτει ως όριο το ένα (1) εκατ. ευρώ τζίρο, ενώ το ΥΠΟΙΚ το 1,5 εκατ.

Το ίδιο ισχύει και για τον φάκελο τεκμηρίωσης. Υποχρεωτικός και ένας για το ΥΠΑΝ, ενώ φαίνεται να απαιτούνται δύο φάκελοι για το ΥΠΟΙΚ.

Και ερχόμαστε τώρα στο πιο σημαντικό και το οποίο αποτελεί και το «ζουμί» της υπόθεσης. Θεσπίζονται διαφορετικά ύψη προστίμων για τη μη υποβολή φακέλων. Αυτή η παράβαση για μεν το ΥΠΑΝ ισοδυναμεί με πρόστιμο 10% επί των συναλλαγών, ενώ για το ΥΠΟΙΚ μόνον 800 ευρώ!!! Εάν όντως θέλουμε να βάλουμε τάξη υποθέτω ότι τα πρόστιμα θα έπρεπε να είναι αυστηρά. Δεν ξέρω αν είναι υπερβολικό το 10% του ΥΠΑΝ, πάντως τα 800 ευρώ του ΥΠΟΙΚ είναι αστείο και μάλιστα κακόγουστο. Είναι προφανές ότι ουδείς θα προσκομίσει φάκελο τεκμηρίωσης τιμών, αλλά θα προτιμήσει το πρόστιμο. Αν είναι να γλιτώνει εκατομμύρια, θα προτιμά να μην προσκομίζει στοιχεία και να πληρώνει κάθε φορά πρόστιμο 800 ευρώ!

Από όλα τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι τα δύο νομοθετήματα λειτουργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, με πρακτικό αποτέλεσμα ένα ακόμη αλαλούμ στο κυβερνητικό έργο, αλλά και τη σίγουρη αδυναμία επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων της κυβέρνησης.

Σχετικά με την ανάγκη εισαγωγής νομοθεσίας για την απαγόρευση υποκεφαλαιοδότησης, είχαμε επισημάνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να τονωθεί η ρευστότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και να μειωθεί ο εκτεταμένος ενδοομιλικός δανεισμός, που έχει ως συνέπεια την έκπτωση των σχετικών τόκων και την απώλεια σημαντικών φορολογικών εσόδων για το Δημόσιο.

Θεωρήσαμε, λοιπόν, ότι η σχετική διάταξη στο πρόσφατο νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών θα οδηγούσε προς αυτή την κατεύθυνση. Η προσεκτικότερη ανάγνωσή της, όμως, μας διέψευσε πλήρως. Η σχετική ρύθμιση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διάταξης χωρίς καμία πρακτική ουσία, που από την πρώτη στιγμή δεν θα έχει την ελάχιστη πρακτική εφαρμογή και αποτελεσματικότητα.

Εάν στόχος του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με την εισαγωγή της απαγόρευσης της υποκεφαλαιοδότησης, ήταν η εξάλειψη ή ο περιορισμός του φαινομένου του ενδοομιλικού δανεισμού, με τον περιορισμό της δυνατότητας έκπτωσης των σχετικών τόκων, τότε δεν θα έπρεπε ως κριτήριο σύνδεσης για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως συνδεδεμένης να ληφθεί η άμεση συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο σε ποσοστό 25%, γιατί είναι πολύ εύκολο να καταστρατηγηθεί.

Για παράδειγμα, σε μια μεγάλη πολυεθνική εταιρεία, μπορεί η μητρική της να έχει 500 θυγατρικές – συνδεδεμένες σ’ όλον τον κόσμο. Με το νομοσχέδιο προβλέπεται ότι μόνο η άμεσα συμμετέχουσα, αυτή δηλαδή που έχει τις μετοχές της ελληνικής εταιρείας σε ποσοστό τουλάχιστον 25%, εμπίπτει στον νόμο. Μόνον αυτή και καμία άλλη.

Έτσι όμως δίνεται η δυνατότητα καταστρατήγησης του νόμου, αφού στην πράξη, ούτως ή άλλως, πολύ σπάνια θα παρατηρηθεί το φαινόμενο -ιδίως στο πλαίσιο μεγάλων πολυεθνικών ομίλων- ο δανειστής ή ο δανειζόμενος να έχουν άμεση συμμετοχή στο κεφάλαιο ο ένας του άλλου. Αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις, δανείστρια επιχείρηση του ομίλου είναι κάποια εταιρεία χρηματοδότησης, η οποία έχει ιδρυθεί γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό σε κάποιο διεθνές χρηματοοικονομικό κέντρο και η οποία δεν έχει καμία άμεση μετοχική σύνδεση με τις εταιρείες του ομίλου που χρηματοδοτεί.

Δεν μπορούμε επίσης να μην επισημάνουμε ότι, εάν ένας από τους στόχους του οικονομικού επιτελείου με την εξαγγελθείσα πρώτη δέσμη φορολογικών μέτρων ήταν η αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων, τα οποία υστερούν σε σημαντικό βαθμό, τότε η αστοχία είναι δεδομένη και, δυστυχώς, αναπόφευκτη. Το μόνο που μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο είναι η πρόκληση αναταραχής και σύγχυσης στην αγορά από την παράλληλη ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων, η οποία μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει στην ήδη υπάρχουσα άσχημη οικονομική κατάσταση.
Πριν κλείσουμε, θα θέλαμε να διατυπώσουμε και ορισμένες απορίες.
Γιατί για διαπιστωθείσα υπερτιμολόγηση το αυτοτελές πρόστιμο που ίσχυε μέχρι σήμερα μειώνεται από 10% σε 3,3%, αφού διεθνώς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες φορολογικές παραβάσεις;

Γιατί η υποβολή φακέλου τεκμηρίωσης είναι δυνητική και το πρόστιμο μη υποβολής φακέλου περιορίζεται, όπως προείπαμε, στα 800 ευρώ;

Γιατί, αφού για τυπικές παραβάσεις επηρεάζεται το κύρος των βιβλίων στις υπερ/υποτιμολογήσεις, διευκρινίζεται ότι δεν το επηρεάζει;

Περιμένουμε τις απαντήσεις των αρμοδίων. Μέχρι να μας δοθούν, μήπως θα μπορούσε, αν όχι ο υπουργός, τουλάχιστον ο νομοκανονιστής του σχεδίου νόμου να μας εξηγήσει τι ακριβώς προβλέπεται για τις ελληνικές εταιρείες, που φαίνεται ότι είναι οι μόνες που θίγονται στα θέματα της υποκεφαλαιοδότησης;

Όσοι διάβασαν το σχετικό άρθρο ακόμη προσπαθούν να καταλάβουν τι εννοεί. Πολύ φοβούμαι ότι, εάν δεν υπάρξουν σοβαρές διευκρινίσεις και αλλαγές, το νομοσχέδιο, αντί να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο έγινε, θα κάνει τα πράγματα χειρότερα, αφού για μία ακόμη φορά θα αποδειχθεί ότι η πολιτική βούληση για σύγκρουση με τα κακώς κείμενα είναι ελλειμματική.

Ίσως επειδή τα συμφέροντα που καλούνται να συμμορφωθούν με τα διεθνώς ισχύοντα είναι αφενός ισχυρά και αφετέρου δεν διανοούνται να χάσουν την Ελλάδα από τη λίστα των «εύκολων κρατών» για τις μπίζνες και τα κέρδη τους. Ίσως επειδή όπως έλεγε και ο προσφάτως εκδημήσας Σπύρος Καλογήρου είναι «πολλά τα λεφτά, Άρη».

Ελπίζω να διαψευστώ και, όταν γίνει η σχετική συζήτηση στη Βουλή, όλα να διορθωθούν. Για το καλό της χώρας, της οικονομίας, αλλά και το συμφέρον της ίδιας της κυβέρνησης.

Monday, June 29, 2009

Ας διαλέξει ο Καρ.Παπούλιας (27-06-2009)

Στη χώρα που ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, λογικό είναι ο δημόσιος βίος και η πολιτική ζωή να αναλύονται, αλλά και οι εξελίξεις να δρομολογούνται με βάση σενάρια, εικασίες, προτιμήσεις και προφητείες.

Μάλιστα, η πολιτική υπανάπτυξη ενδύεται με μπόλικη σοβαροφάνεια και περισσή θεσμολαγνεία, προκειμένου να εμφανίζεται ως ανταποκρινόμενη δήθεν στις σύγχρονες ανάγκες μιας αναπτυγμένης δυτικοευρωπαϊκής δημοκρατίας. Τελευταίο σύμπτωμα αυτής της νόσου των δημοσιολογούντων η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και η συσχέτισή της με τις πολιτικές εξελίξεις.

Το τι μπαρούφα λέγεται και γράφεται είναι άνευ προηγουμένου. Μπορεί και το ένα και το άλλο κόμμα εξουσίας να κάνουν όποια πολιτικά παιχνίδια θέλουν. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Όπως και τα κόμματα, έτσι και ο Κάρ. Παπούλιας μπορεί να έχει, και ίσως έχει, και πάντως σίγουρα δικαιούται να έχει, μια προσωπική στρατηγική. Αυτή της επανεκλογής του. Απόλυτα θεμιτή και φυσιολογική. Εμάς αυτό που μας ενδιαφέρει -και ενδιαφέρει και τους αναγνώστες μας- είναι η αλήθεια. Καθαρή, γυμνή, κυνική, ψυχρή, δίχως ίχνος θεσμολαγνείας.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα και ας προσπαθήσουμε να καταρρίψουμε κάποιους μύθους ή, καλύτερα, να ξεσκεπάσουμε κάποιες υποκρισίες σχετικά με το θέμα.

Ναι, το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να μπλοκάρει αριθμητικά την επανεκλογή Παπούλια. Το γράψαμε και παλαιότερα, το επαναλάβαμε και στο προηγούμενο φύλλο. Εάν το ΚΚΕ συνταχθεί με την κυβερνητική θέση, ο Κάρ. Παπούλιας μπορεί να επανεκλεγεί, καθώς στο μπλοκ Ν.Δ. - ΚΚΕ θα αθροιστούν και οι ψήφοι του κόμματος του Γ. Καρατζαφέρη, όστις έχει ταχθεί υπέρ της επανεκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Στην περίπτωση αυτή, είναι αδιάφορο το τι θα πράξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί είτε να πει «ναι» είτε «όχι». Υποθέτουμε, έχοντας την ασφάλεια της αδιάφορης ψήφου του, ότι θα πει «όχι» εφόσον πει «ναι» το ΚΚΕ. Θα υποχρεωνόταν μάλλον να πει «ναι» εάν ο ΛΑΟΣ έλεγε «όχι», επειδή μια πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, με δεδομένο το πρόβλημα συνοχής που αντιμετωπίζει, ίσως έθετε εν κινδύνω την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση.

Το κλειδί, λοιπόν, είναι το ΚΚΕ. Θα πει «ναι», αναλαμβάνοντας να πληρώσει το πολιτικό και εκλογικό κόστος που συνεπάγεται η σύμπλευση με τη Ν.Δ. και τον ΛΑΟΣ; Δύσκολα. Από την άλλη, βέβαια, έχει ως επιχειρήματα τα εξής:

Πρώτον, οι πολίτες εμφανίζονται να επιθυμούν συναινετική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Δεύτερον, το 1995 είχε ψηφίσει μαζί με το ΠΑΣΟΚ την εκλογή Σαρτζετάκη. Τρίτον, μπορεί να επαναλάβει το πάγιο επιχείρημά του ότι ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. είναι το ίδιο πράγμα, οπότε δεν το ενδιαφέρουν τα μεταξύ τους πολιτικά παιχνίδια εξουσίας. Τέταρτον, μπορεί να οχυρωθεί πίσω από την υψηλή δημοφιλία του Κάρ. Παπούλια, υποστηρίζοντας ότι υπακούει έτσι στο λαϊκό αίσθημα. Και, πέμπτον, μπορεί να προπαγανδίσει τις κατά καιρούς εκφρασθείσες φιλεργατικές, πατριωτικές και κοινωνικά ευαίσθητες τοποθετήσεις του Κάρ. Παπούλια.

Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά συγκροτούν μια πειστική επιχειρηματολογία, πίσω από την οποία μπορεί να οχυρωθεί το ΚΚΕ για να πει το «ναι». Όμως, παρ’ όλα αυτά, το ΚΚΕ θα πληρώσει πολιτικά, εκλογικά και πιθανότατα στρατηγικά (με δεδομένο και το λεγόμενο «βρόμικο ’89») μια τέτοια σύμπραξη με τη Ν.Δ. και τον ΛΑΟΣ.

Και θα πληρώσει επειδή η κοινωνική πλειοψηφία εμφανίζεται να απαιτεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα τη λύση του πολιτικού και οικονομικού προβλήματος της χώρας. Η ηγεσία του Περισσού θα πρέπει να λάβει, σ’ αυτή την περίπτωση, πολύ σοβαρά ανταλλάγματα για να δεχθεί να συμμετάσχει σ’ αυτό το παιχνίδι εξουσίας. Αν το ΚΚΕ πει «όχι», τότε τα πράγματα απλοποιούνται. Οι εκλογές θα γίνουν τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2010.

Ερχόμαστε τώρα στον δεύτερο παράγοντα που μπορεί να καθορίσει τις εξελίξεις. Και αυτός είναι ο Κάρ. Παπούλιας. Αυτή τη στιγμή έχουμε δύο δεδομένα. Ο Κ. Καραμανλής λέει ότι η Ν.Δ. θα υποστηρίξει την επανεκλογή του και ο Γ. Παπανδρέου υποστηρίζει ότι θα επανεκλέξει τον Κάρ. Παπούλια αφού πρώτα γίνουν εκλογές.

Και οι δύο πολιτικοί αρχηγοί είναι ειλικρινείς. Είναι η μόνη θέση που μπορούν να έχουν. Ο μεν πρωθυπουργός επειδή επιθυμεί να «σπρώξει» όσο το δυνατόν πιο πίσω τις εκλογές, με την ελπίδα ότι μπορεί η κυβέρνησή του να γυρίσει το εις βάρος της παιχνίδι. Ο δε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επειδή δεν θέλει να χάσει την ευκαιρία, προκειμένου το κόμμα του να επιστρέψει στην εξουσία. Όσοι υποστηρίζουν τη διακομματική (με τις ψήφους της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ) επανεκλογή του Κάρ. Παπούλια προβάλλουν ως επιχείρημα το υπερκομματικό του θεσμού, τον σεβασμό στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας και την επιταγή-ερμηνεία του συντάγματος για αποδέσμευση της προεδρικής εκλογής από τις κομματικές αντιπαραθέσεις.

Μάλιστα, τα επιχειρήματα αυτά συμπληρώνονται και με ένα τέταρτο. Ότι δήθεν ο Κάρ. Παπούλιας δεν μπορεί να δεχθεί να επανεκλεγεί ως μονοκομματικός υποψήφιος μετά από εκλογές, όταν την πρώτη φορά, το 2005, εξελέγη με τις ψήφους και των δύο κομμάτων.

Λοιπόν, ας σταματήσει η υποκρισία. Η προεδρική εκλογή είναι πολιτική πράξη, δεν είναι απολίτικη θεσμική υποχρέωση. Όλες οι εκλογές Προέδρου της Δημοκρατίας είχαν έντονο το πολιτικό στοιχείο. Ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, υποταγμένων απόλυτα στη συγκυρία και το κομματικό συμφέρον.

Αυτό έγινε, το 1980, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Όντας διορατικός πολιτικός και βλέποντας την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, μεθόδευσε τη μονοκομματική μετάβασή του στην Προεδρία. Ολωσδιόλου πολιτική ήταν και η επιλογή του Χρ. Σαρτζετάκη από τον Ανδρ. Παπανδρέου. Άκρως πολιτική και αμιγώς μονοκομματική ήταν η εκ νέου εκλογή του Κ. Καραμανλή το 1990 από τον Κ. Μητσοτάκη. Καθαρή πολιτική ιδιοτέλεια υπήρχε και στην επιλογή του Κ. Στεφανόπουλου, το 1995, από το ΠΑΣΟΚ και την ΠΟΛΑΝ του Αντ. Σαμαρά. Ακραία κομματική σκοπιμότητα υπήρχε και στην επανεκλογή, το 2000, του Κ. Στεφανόπουλου. Εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ γιατί είχε κερδίσει τις εκλογές και δεν είχε λόγο να μην υποστηρίξει τον «ευπρεπή δεξιό» Πρόεδρο, ο οποίος συν τοις άλλοις εξυπηρετούσε τον Κ. Σημίτη στην «αιχμαλωσία» (μέσω και του «εκσυγχρονισμού») της «πεφωτισμένης Κεντροδεξιάς».

Από τη Ν.Δ. επειδή ο Κώστας Καραμανλής είχε μόλις πριν από λίγους μήνες ηττηθεί και δεν ήθελε να διακινδυνεύσει μια νέα ήττα, η οποία πιθανότατα θα τερμάτιζε τη δική του αρχηγική πολιτική καριέρα και θα έβαζε σε περιδίνηση με άγνωστα αποτελέσματα τη συντηρητική παράταξη. Αποτέλεσμα κομματικών σκοπιμοτήτων ήταν και η εκλογή του Κάρ. Παπούλια το 2005.

Ο Κ. Καραμανλής είχε ήδη κερδίσει δύο εκλογές (εθνικές και ευρωεκλογές το 2004), ήταν απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού και μέσω της επιλογής ενός στελέχους από την αντίπαλη παράταξη στόχευε στον διεμβολισμό του ΠΑΣΟΚ και στην εμπέδωση της ηγεμονίας του.

Ο Γ. Παπανδρέου, έχοντας ήδη χάσει δύο εκλογές, είδε ως σανίδα σωτηρίας την υπόδειξη του Κάρ. Παπούλια, προκειμένου να μην υποστεί σε έναν χρόνο μια τρίτη ήττα, που θα τον έβγαζε πιθανότατα εκτός παιχνιδιού. Όλες, λοιπόν, οι προεδρικές εκλογές είχαν έντονο το στοιχείο των πολιτικών, κομματικών και προσωπικών (της ηγεσίας) στρατηγικών. Εξυπηρετούσαν σκοπιμότητες και ανταποκρίνονταν στα καθήκοντα της συγκυρίας. Το ίδιο ισχύει και για το 2010. Με βάση αυτές τις πολιτικές σκοπιμότητες, τις κομματικές ιδιοτέλειες και τις προσωπικές στρατηγικές των Κ. Καραμανλή και Γ. Παπανδρέου γίνονταν οι τοποθετήσεις για τον Κάρ. Παπούλια.

Όσα λέγονται για τον υπερκομματικό θεσμό, το σύνταγμα και τον σεβασμό στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι για το θεαθήναι. Όπως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, έτσι και στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα αποτυπωθεί ένας πολιτικός συσχετισμός και μια στρατηγική εξουσίας και διακυβέρνησης.

Με απλά λόγια, είτε θα συνεχιστεί η διακυβέρνηση από τη Ν.Δ. είτε θα αλλάξει βάρδια η εξουσία. Αυτό θα κριθεί τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο του 2010. Όσες πολιτικές δυνάμεις πιστεύουν το πρώτο θα ταχθούν υπέρ της επανεκλογής Παπούλια. Όσες πιστεύουν το δεύτερο θα επανεκλέξουν τον Κάρ. Παπούλια, αφού προηγουμένως διενεργηθούν εκλογές.

Εδώ υπεισέρχεται ο ρόλος του ίδιου του Κάρ. Παπούλια. Θα σταθεί στο τυπικό της πρώτης διακομματικής του εκλογής ή θα προτιμήσει να λειτουργήσει ουσιαστικά ως πολιτικός παράγων, επηρεάζοντας τις εξελίξεις στη χώρα; Θα ενδυθεί τη λεοντή του ανεύθυνου δήθεν άρχοντος ή θα μιμηθεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος ουδέποτε επέτρεψε στον εαυτό του να απολέσει το ύπατο αξίωμα τα πολιτικά του χαρακτηριστικά; Διέπλασε τον θεσμό, προσαρμόζοντάς τον στις προτεραιότητες και τις αξίες της χώρας, όπως ο ίδιος τις κατανοούσε και ιεραρχούσε, παρά υποτάχθηκε στον αφυδατωμένο πολιτικοθεσμικά ρόλο της Προεδρίας. Αυτή είναι η πρόκληση στην οποία πρέπει να απαντήσει ο Κάρ. Παπούλιας.

Μάλιστα, το δίλημμα δεν είναι αν θα γίνει Καραμανλής ή Στεφανόπουλος, αφού ο Κ. Στεφανόπουλος και το 1995 και το 2000 συντάχθηκε (αποδεχόμενος το χρίσμα) με το κυρίαρχο ρεύμα στην κοινωνία και την πολιτική που ήταν η ένταξη στην ΟΝΕ, η είσοδος της Κύπρου στην Ε.Ε., ο εκσυγχρονισμός κ.ά. Το 2005 όταν εξελέγη ο Κάρ. Παπούλιας κυριαρχούσε η Νέα Διακυβέρνηση, η επανίδρυση του κράτους, η σύγκρουση με τα συμφέροντα, το «σεμνά και ταπεινά» κ.ά.

Σήμερα, ποιο θεωρεί ο Κάρ. Παπούλιας ως κυρίαρχο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό αιτούμενο και ρεύμα; Από τη στάση που θα επιλέξει να κρατήσει στις προτάσεις που θα του γίνουν θα κριθεί και ο ίδιος.
Θα αποκαλύψει τις προτεραιότητες και τις αξίες τις οποίες θεωρεί ότι θα πρέπει να έχουν η κοινωνία, η οικονομία και η πολιτική. Η κοινωνία δεν «καθοδηγείται»μόνο με παραινέσεις, σφραγίζεται και από τις συμπεριφορές. Και τις απαντήσεις που δίνονται σε κρίσιμες στιγμές.

Εάν ο Κάρ. Παπούλιας θεωρεί ότι αυτά είτε δεν είναι της αρμοδιότητός του είτε είναι κούφια λόγια, αφού δήθεν οι προτάσεις και των δύο κομμάτων εξουσίας δεν πρόκειται να αλλάξουν τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της χώρας, μπορεί να νίψει τα χέρια του ως Πόντιος Πιλάτος και να περιμένει να δει ποια πρόταση όσον αφορά την προεδρική εκλογή θα ευδοκιμήσει.

Το μόνο που δεν επιτρέπεται στον Κάρ. Παπούλια είναι να έχει μια προσωπική στρατηγική επανεκλογής και να προσπαθήσει να επηρεάσει ή να υποτάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς σ’ αυτήν. Μπορεί να οφείλει χάρη στον Κ. Καραμανλή που τον υπέδειξε για το αξίωμα το 2005, αλλά εξίσου οφείλει χάρη και στον Γ. Παπανδρέου που τον απεδέχθη.

Και οι δύο το έπραξαν για δικούς τους λόγους. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Μόνο που σήμερα οι πολιτικές στρατηγικές των Κ. Καραμανλή και Γ. Παπανδρέου είναι αποκλίνουσες. Ο ένας τον προτείνει για να αποφύγει τις εκλογές και ο άλλος, επειδή θέλει τις εκλογές, προτείνει να εκλεγεί μετά το στήσιμο της κάλπης. Ο ένας θέλει να παραμείνει πρωθυπουργός και ο άλλος θέλει να γίνει. Και οι δύο για τους δικούς τους λόγους. Επειδή έτσι θεωρούν ότι υπηρετείται το συμφέρον της χώρας. Και επειδή στη χώρα μας τις αποφάσεις τις παίρνουν οι πρωθυπουργοί και οι κυβερνήσεις τους, προηγούνται οι επιθυμίες τους του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Δυστυχώς για τον Κάρ. Παπούλια, η τυχόν επιθυμία επανεκλογής του δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην επιθυμία τού ενός ή του άλλου. Ούτε μπορεί το συμφέρον του να είναι υπεράνω του συμφέροντος του ενός ή του άλλου. Ο Κάρ. Παπούλιας πρέπει, λοιπόν, εφόσον επιθυμεί την επανεκλογή του, να διαλέξει. Αν θα εκλεγεί από τον Κ. Καραμανλή ή από τον Γ. Παπανδρέου. Για την επιλογή του, ως είναι φυσικό, θα κριθεί και από τους πολίτες και από την Ιστορία.

Υπάρχει, βέβαια, και το καλό σενάριο για τον όντως άριστο Πρόεδρο Κάρ. Παπούλια. Να έχουν προηγηθεί της προεδρικής εκλογής εθνικές εκλογές. Έτσι, ούτε ο ίδιος θα μπει στη βάσανο του διλήμματος ούτε και εμείς θα μάθουμε τι επρόκειτο στην περίπτωση αυτή να πράξει...

Monday, June 22, 2009

Τρεις πειρασμοί για Καραμανλή (20-06-2009)

Θα γίνουν, και πότε, εκλογές; Kάποιοι εντελώς καχύποπτοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Κ. Καραμανλής, βλέποντας το κλίμα σήψης που διαμορφώνεται για την κυβέρνηση -ιδίως μετά τη μεγάλη ήττα της Ν.Δ. στις ευρωεκλογές- ενδεχομένως να αιφνιδιάσει, προκηρύσσοντας εκλογές για τον Ιούλιο!
Να επαναλάβει δηλαδή το 2007, όταν οι περισσότεροι προέβλεπαν εκλογές τον Οκτώβριο - Νοέμβριο και τελικά τις έκανε στις 16 Σεπτεμβρίου.

Μάλιστα, δίνουν και ως ημερομηνία την 26η Ιουλίου. Δύο μέρες μετά την 35η επέτειο αποκατάστασης της δημοκρατίας. Να (υπεν)θυμίσει δηλαδή στους Έλληνες, κατά την τελευταία προεκλογική συγκέντρωση την Παρασκευή 24 Ιουλίου στην Αθήνα, ότι ήταν ο θείος του αυτός που αποκατέστησε τη δημοκρατία.

Δεν ξέρω αν ο παραλληλισμός θα πιάσει. Πάντως υπό άλλας συνθήκας, ως επικοινωνιακό εύρημα, είναι καλό. Πολιτική κρίση το 1974. Πολιτική και οικονομική κρίση το 2009. Ένας Καραμανλής οδήγησε με ασφαλή τρόπο τη χώρα στην έξοδο από τη δικτατορία. Ένας Καραμανλής και τώρα μπορεί με ασφάλεια να βγάλει τη χώρα από τη σοβαρή πολιτικοοικονομική κρίση που διέρχεται.

Μάλιστα οι καχύποπτοι με αυτόν τον τρόπο ίσως μπορέσουν να εξηγήσουν και τον αιφνιδίως διακινούμενο το τελευταίο 48ωρο προβληματισμό του Καρ. Παπούλια αν πρέπει φέτος να γιορταστεί ή όχι η επέτειος αποκαταστάσεως της δημοκρατίας.

Δεν ξέρω αν μπορεί να εμπεριέχει ψήγμα αλήθειας ένας τέτοιος πιθανολογούμενος προβληματισμός κάποιων καχύποπτων ή πρέπει να τον κατατάξουμε στην κατηγορία του ενδεχόμενου φόβου τους. Πάντως, εάν ο κ. Καραμανλής επιχειρήσει έναν τέτοιου τύπου αιφνιδιασμό, μάλλον θα πρέπει από τώρα η Ν.Δ. να προσθέσει στο εορτολόγιό της και ένα μνημόσυνο. Στις 24 Ιουλίου γιορτή για τον «εθνάρχη» και στις 26 Ιουλίου «κηδεία» για τον μικρανιψιό του.

Εκλογές τον Ιούλιο σημαίνει κοροϊδία. Εάν ήταν να κάνει εκλογές, ας έκανε διπλές μαζί με τις ευρωεκλογές τον Ιούνιο.

Δεύτερον, επειδή δηλώνει οπαδός του Α. Παπανδρέου πρέπει να γνωρίζει ότι ποτέ δεν χαλάμε «τα μπάνια του λαού». Αν νομίζει ότι η αποχή θα τον ευνοήσει, μάλλον δεν κατάλαβε τίποτε. Όχι 1.000.000, αλλά 2.000.000 γαλάζιοι δεν θα πάνε στις κάλπες. Αν πάλι νομίζει ότι η αποχή θα κρατήσει σε χαμηλά ποσοστά και το ΠΑΣΟΚ και έτσι δεν θα υπάρξει αυτοδυναμία ή θα μπορεί να αμφισβητείται το αποτέλεσμα ως δήθεν μειοψηφικό του εκλογικού σώματος, είναι δύο φορές γελασμένος.

Και βέβαια υπάρχει και ο τρίτος και πιο σημαντικός λόγος: Εκλογές τον Ιούλιο με (σχεδόν σίγουρη και προδιαγεγραμμένη) ήττα της Ν.Δ. ισοδυναμεί με παράδοση της εξουσίας στο ΠΑΣΟΚ.

Αυτό ποτέ δεν θα του το συγχωρήσει κανένας στη Ν.Δ. Θα φύγει νύχτα και υβριζόμενος, από βουλευτές, στελέχη και οπαδούς, ακόμη και τους πλέον ακραιφνείς καραμανλικούς. Αυτόματα θα χαρακτηριστεί αποσυνάγωγος της παράταξης που ίδρυσε ο θείος του.

Άρα εκλογές τον Ιούλιο είναι μάλλον απίθανο να μας προκύψουν. Εκτός κι αν έχουμε την εκδήλωση κάποιας μίνι αποστασίας. Εάν υπάρξει, δηλαδή, κάποιος ή κάποιοι που θα ανατρέψουν την κυβέρνηση ή, τέλος πάντων, εκδηλωθούν κάποιες ενέργειες που θα βαφτιστούν ως αποστασία, τότε αλλάζει το πράγμα. Ίσως αυτό να είναι και το πιο βολικό σενάριο για τον κ. Καραμανλή, αν θέλει να κάνει «ηρωική έξοδο».

Γνωρίζοντας ότι αφενός δεν μπορεί να λάβει αποφάσεις και να επιβάλει τα σκληρά μέτρα που σύμφωνα με το μείγμα της οικονομικής του πολιτικής, αλλά και λόγω κοινοτικών οδηγιών απαιτούνται, αφετέρου δε να κυβερνήσει στηριζόμενος στον Παυλίδη, τον Μανώλη, τον Ρουσόπουλο, τους «βατοπεδινούς» και άλλους «σημαδεμένους» που συγκροτούν την οριακή δεδηλωμένη, ίσως οδηγήσει ο ίδιος τα πράγματα εκεί. Πώς; Συναλλακτικός τρόπος υπάρχει. Και μάλιστα να μην τον χρεωθεί ο ίδιος.

Αντίθετα, θα μπορούσε να στήσει έναν «μύθο» και για τη δεξιά παράταξη, αλλά και τους καραμανλήδες. Όπως έχουν η δημοκρατική παράταξη και οι Παπανδρέου τα Ιουλιανά, την αποστασία και τον Μητσοτάκη του 1965. Θα μεθοδεύσει κάτι τέτοιο ο κ. Καραμανλής; Μάλλον απίθανο· αφού αφενός θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η μεθόδευση και να μετατραπεί σε φαρσοκωμωδία, με τον ίδιο να γίνεται καταγέλαστος, και αφετέρου δεν προσιδιάζει στον χαρακτήρα και τη δημοκρατική κουλτούρα του ανδρός μια τέτοια αθλιότητα, η οποία θα βύθιζε ακόμη περισσότερο στην ανυποληψία το πολιτικό σύστημα.

Θα μπορούσε να του «προσφερθεί» κάτι τέτοιο από άλλα κέντρα ή παράγοντες, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει; Και πάλι απίθανο. Αφενός επειδή ουδείς είναι τόσον μεγάθυμος για να του προσφέρει μια τέτοια υπηρεσία και αφετέρου ουδείς θα μπορούσε να δρομολογήσει μια τέτοια εξέλιξη υπέρ κάποιου όστις θεωρείται έπειτα από σχεδόν έξι χρόνια στην εξουσία και με αυτή την εικόνα κυβερνήτου, περίπου «τελειωμένος» πολιτικά. Και βέβαια μια μίνι αποστασία, η οποία θα δημιουργούσε έναν «μύθο» για τη δεξιά παράταξη και τους καραμανλήδες, βάλλει άμεσα και κατά του Γ. Παπανδρέου, που βρίσκεται προ των θυρών της εξουσίας, αλλά και στρατηγικά για τη δημοκρατική παράταξη, καθώς θα εδημιουργείτο και ένας αντίστοιχος «μύθος», όπως τα Ιουλιανά, και για την αντίπαλη παράταξη.

Μόνοι κερδισμένοι από μια τέτοια πολιτική ανωμαλία θα ήταν όσοι θέλουν να επιβαρυνθεί έτι περαιτέρω το υφιστάμενο κομματικό σύστημα, και ιδιαίτερα ο δικομματισμός, και βεβαίως προκειμένου να εγερθούν εμπόδια στην ομαλή έλευση του Γ. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Θα μπορούσε, όμως, όντως να υπάρξει πτώση της κυβερνήσεως χωρίς «διαμεσολάβηση». Να προκύψει δηλαδή ως αναπόδραστη εξέλιξη, εάν κάποιος ή κάποιοι από τους «σημαδεμένους» της Ν.Δ. -και είναι πολλοί- ανέβαζαν τους τόνους κριτικής προς τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση σε σημείο που να μην μπορούσαν εκ των πραγμάτων να γίνουν αποδεκτοί.

Αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αποκλειστεί για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή ουδείς μπορεί να εγγυηθεί ότι θα τελεσφορήσει το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι μιας δεκάδας και πλέον βουλευτών στα ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών.

Και, δεύτερον, επειδή η ακινησία η οποία έχει επιβληθεί, επιταχύνει τη φθορά της κυβερνήσεως και οδηγεί τη Ν.Δ. σε στρατηγική ήττα, καθώς ενδυναμώνεται ο ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, ενώ αποδυναμώνεται η εξεύρεση διάδοχης λύσης, η οποία θα γίνει αποδεκτή από τους δελφίνους του κ. Καραμανλή.

Εδώ απλώς σημειώνουμε ότι όσο, διαγενομένου του χρόνου, κερδίζει έδαφος η λύση Σαμαρά εις βάρος της μέχρι πρότινος αδιαμφισβήτητης διαδόχου Ντ. Μπακογιάννη, τόσο δυσκολεύει η μελλοντική συγκατοίκησή τους. Δύσκολα, και μάλιστα σε συνθήκες αντιπολίτευσης, η θυγατέρα του κ. Μητσοτάκη θα μπορούσε να καθίσει κάτω από τον Αντ. Σαμαρά, όπως δύσκολα θα μπορεί να καθίσει κάτω από την Ντ. Μπακογιάννη ένας ισχυρός Αντ. Σαμαράς.

Τρίτη ισχυρή λύση, που θα μπορούσε να υπερκεράσει και τους δύο, χωρίς να αμφισβητείται, προσώρας δεν φαίνεται.
Στην περίπτωση αυτή, ίσως καταστεί αναγκαία η «μεσοβασιλεία» του Γ. Σουφλιά, όσο κι αν δεν αποτελεί την ιδανική λύση για να αντιμετωπίσει τον Γ. Παπανδρέου και ένα αυτοδύναμο ΠΑΣΟΚ. Θα μπορούσε όμως να δοκιμαστεί προκειμένου είτε να καταλαγιάσουν τα πάθη είτε να (προ)ετοιμαστεί η υπέρβαση προς μια ηγεσία από τη νεότερη γενιά, είτε ακόμη προκειμένου να ριχτούν γέφυρες στο μέλλον για μια πιθανή συγκυβέρνηση των δύο κομμάτων εξουσίας.

Αυτό όμως προϋποθέτει γρήγορη κυβερνητική αποτυχία του ΠΑΣΟΚ, κάτι που -όπως είναι φυσικό- είναι ένα σενάριο το οποίο εισέτι δεν μπορεί να γραφτεί, αφού περιέχει πολλές προϋποθέσεις και μεταβλητές οι οποίες δεν έχουν καν εμφανιστεί. Εκτός και εάν ο κ. Καραμανλής αποφασίσει να παραμείνει στο τιμόνι της Ν.Δ. και να δώσει από τα έδρανα της αντιπολίτευσης τη μάχη για να επαναφέρει το κόμμα του στην εξουσία.

Για να συμβεί όμως αυτό, θα πρέπει, πρώτον, όντως να το θέλει, κάτι που δεν θεωρείται ιδιαίτερα πιθανόν. Δεύτερον, να του ζητηθεί περίπου ως παράκλητος να παραμείνει στην ηγεσία της Ν.Δ., κάτι που -αν και συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες- είναι δύσκολο να συμβεί εάν δεν συντρέξει η τρίτη περίπτωση. Ποια είναι αυτή; Να ζητήσει και να του δοθεί «λευκή επιταγή» προκειμένου να τα αλλάξει όλα και να επανιδρύσει την κεντροδεξιά παράταξη.

Εάν όμως, όπερ και το πιθανότερο, δεν έχουμε εκλογές τον Ιούλιο, πότε θα έχουμε; Τον Μάρτιο του 2010; Ναι, υπό την προϋπόθεση ότι μέχρι τότε η κυβέρνηση θα συνεχίσει να υφίσταται, αλλά και να μην έχει ανακάμψει. Εάν καταφέρει να έχει τη δεδηλωμένη, να επιβάλει τα σκληρά μέτρα, να συντάξει και να ψηφίσει προϋπολογισμό, αλλά οι δημοσκοπήσεις δίνουν ακλόνητο φαβορί το ΠΑΣΟΚ, τότε είναι σίγουρο ότι ο Γ. Παπανδρέου θα προτιμήσει να γίνουν εκλογές για να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα και μετά θα εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Μπορεί ο κ. Καραμανλής να παρακάμψει την άρνηση του Γ. Παπανδρέου; Αριθμητικά ναι, εφόσον ανεύρει πρόσωπο το οποίο θα ψηφιστεί από το ΚΚΕ. Στην περίπτωση αυτή, μάλλον θα πρέπει να θεωρείται σίγουρη και η υπερψήφιση από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος -λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζει- θα θελήσει οι εκλογές να πάνε όσο το δυνατόν πιο πίσω.

Σίγουρη πρέπει να θεωρείται και η θετική ψήφος του Γ. Καρατζαφέρη, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα κατέρρεε η θεωρία της «γαλάζιας πολυκατοικίας», ενώ το κόμμα του ίσως να έμενε και εκτός κοινοβουλίου, αφού θα χρεωνόταν αυτό την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση.
Υπάρχει τέτοιο πρόσωπο; Ενδεχομένως. Αν και αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Θα το αποτολμούσε το ΚΚΕ και κρυπτόμενος πίσω του και ο ΣΥΡΙΖΑ; Δύσκολα, με δεδομένο το παρελθόν του «βρόμικου ’89» καθώς το πολιτικό κόστος το οποίο θα εισέπραττε ίσως να ήταν δυσανάλογο ακόμη και αν το προτεινόμενο πρόσωπο ήταν της απολύτου αρεσκείας του ή κάποιο στο οποίο δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την ψήφο του.

Βεβαίως θα μπορούσε να οχυρωθεί πίσω από τη φιλολογία του δικομματισμού και να προβάλλει το γεγονός ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πολιτικά αφυδατωμένος και υπερκομματικός. Προς επίρρωσιν μάλιστα της επιχειρηματολογίας του θα μπορούσε να φέρει το παράδειγμα του Χρ. Σαρτζετάκη τον οποίον, το 1985, εξέλεξε από κοινού με το ΠΑΣΟΚ, αλλά και τις δημοσκοπήσεις σύμφωνα με τις οποίες, τουλάχιστον μέχρι τώρα, οι πολίτες θέλουν να υπάρξει συναινετική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και να μη γίνει αφορμή για πρόωρες εκλογές.

Εξυπακούεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση, της σύμπλευσης με την κυβέρνηση, πρωτίστως το ΚΚΕ, αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ΛΑΟΣ θα απαιτούσαν και μάλλον θα ελάμβαναν τουλάχιστον πολιτικά ανταλλάγματα για να απομονώσουν το ΠΑΣΟΚ και να πάνε αντίθετα στην εικαζόμενη κυρίαρχη διάθεση του λαού για αλλαγή βάρδιας της εξουσίας.

Επειδή και αυτό το σενάριο είναι δύσκολο να ευδοκιμήσει, ο Κ. Καραμανλής πιθανότατα θα οδηγήσει τη χώρα στις κάλπες ενωρίτερον. Πότε; Πιθανότατα τον Σεπτέμβριο. Και μάλλον αυτό θα συμβεί, καθώς είναι απίθανο η κυβέρνηση να συνεχίσει να στηρίζεται σε μία (1) ψήφο. Όσο η Βουλή είναι κλειστή, και επειδή αρχίζουν τα μπάνια του λαού, μπορεί ο κ. Καραμανλής να μην κινδυνεύει να χάσει τη δεδηλωμένη, όμως είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος ότι μπορεί αυτή η κατάσταση να συνεχίζεται και μετά τον Σεπτέμβριο.

Η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή τυπικά έχει τη δεδηλωμένη. Ουσιαστικά είναι στον αέρα. Ούτε συνοχή, ούτε δυναμική έχει για να επιβάλλει μέτρα και πολιτικές που εκ των πραγμάτων θα αλλάξουν το τοπίο. Το κοινωνικό πεδίο από τον Οκτώβριο θα θυμίζει ναρκοπέδιο. Όσες πιρουέτες και να γίνουν, είναι δύσκολο να ανταποκριθεί στις κοινοτικές υποδείξεις και στις δημοσιονομικές ανάγκες και να συντάξει προϋπολογισμό για το 2010.

Όταν σχεδόν όλοι (εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, τραπεζίτες, εκδότες, ακόμη και οι ξένοι παράγοντες) είναι με ένα ημερολόγιο στο χέρι και μετρούν τις μέρες για το πότε θα γίνει πρωθυπουργός ο Γ. Παπανδρέου, είναι απίθανο η παρούσα κυβέρνηση, δεδομένης της κατάστασής της, να αποκτήσει δυναμική και να ανατρέψει το εις βάρος της δυσμενές κλίμα. Αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση μοιάζει με αεροσκάφος του οποίου οι πιλότοι έχουν πεθάνει και περιμένει να τελειώσει η κηροζίνη για να πέσει.

Απομένει να δούμε αν τα καύσιμά του επαρκούν έστω και για τρεις μήνες…

Friday, June 12, 2009

Τι συνέβη στις 7 Ιουνίου (13-06-2009)

Πολύ σάλιο και μελάνι ξοδεύτηκαν, για να… αποκρυπτογραφηθεί το μήνυμα της 7ης Ιουνίου. Κι ας είναι τα πράγματα απλά. Τόσο απλά που καθιστούν εκ του περισσού, βαρετή και γραφική όλη αυτή την, τηλεοπτική κυρίως, ηχορύπανση των αναλύσεων, διχογνωμιών και αντιπαραθέσεων για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.

Και εξηγούμαι: Η ευρωκάλπη ανέδειξε δύο αδιαμφισβήτητους νικητές. Τον Γ. Παπανδρέου και τον Γ. Καρατζαφέρη. Ο μεν πρώτος κατάφερε έπειτα από πέντε χρόνια -και ενάντια στις προβλέψεις των περισσοτέρων- να φέρει το ΠΑΣΟΚ ξανά στα πρόθυρα της εξουσίας, ο δε δεύτερος εισχώρησε για τα καλά στα διαμερίσματα της «πολυκατοικίας» των εγχώριων συντηρητικών και από περιθωριακός έγινε βασικός παίχτης του πολιτικού γίγνεσθαι.

Οι αδιαμφισβήτητα χαμένοι είναι ο Κ. Καραμανλής και οι Αλαβάνος - Τσίπρας. Ο πρωθυπουργός με το ιστορικό χαμηλό (32,29%) που κατέγραψε το κόμμα του, αλλά και την εν γένει ποιότητα της διακυβέρνησης, έπαψε να είναι το γκεσέμι της Ν.Δ. και ενδεχομένως θα μεταβληθεί και σε αποδιοπομπαίο τράγο, εάν -όπερ και το πιθανότερο- ηττηθεί στις βουλευτικές εκλογές. Το δίδυμο Αλαβάνου - Τσίπρα από ελπιδοφόρο για τις δυνάμεις της Αριστεράς μετετράπη -με τη συμπεριφορά και τις επιλογές του- σε εφιάλτη που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διάσπαση τον Συνασπισμό και σε διάλυση τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτά, τα τόσο απλά, για τους νικητές και τους ηττημένους. Υπάρχουν βέβαια και οι… κρυοζεστάκηδες. Η Αλ. Παπαρήγα και ο Μιχ. Τρεμόπουλος. Η μεν γενική γραμματέας του ΚΚΕ δεν πρέπει να αισθάνεται κρύο, αφού ο Περισσός, έστω και με απώλειες, διατήρησε τα πρωτεία του κομμουνιστογενούς κινήματος στη χώρα, ο δε επικεφαλής των Οικολόγων δεν πρέπει να νιώθει ζέστη, αφού -παρά τις προβλέψεις- τα ποσοστά του κόμματός του τελικά μόλις κατά μισή μονάδα ξεπέρασαν το όριο του 3%.

Σίγουρα είναι επιτυχία η εκλογή ενός ευρωβουλευτή, όμως είναι αμφίβολο εάν η δυναμική τους θα συντηρηθεί μέχρι τις εθνικές εκλογές και, κυρίως, εάν θα αντέξει στις μυλόπετρες του δικομματισμού και των ισχυρών διλημμάτων που θα τεθούν σχετικά με την επόμενη (δια)κυβέρνηση της χώρας.

Έχουμε, λοιπόν, και λέμε: Δύο κέρδισαν, δύο έχασαν και δύο δεν αισθάνονται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Υπάρχει βέβαια και η αποχή. Σημαντική. Και για πρώτη φορά τόσο υψηλή για τα εκλογικά ειωθότα των Ελλήνων. Από του σημείου αυτού όμως έως τις… τερατολογίες που ακούγονται υπάρχει διαφορά.

Καταρχήν δεν επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα, επειδή ουδείς μπορεί να προβλέψει πώς θα συμπεριφέρονταν στην κάλπη όσοι απείχαν. Το πιθανότερο είναι να είχαν την ίδια συμπεριφορά μ’ αυτούς που ψήφισαν. Ενδέχεται μάλιστα να αύξαναν τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, εάν δεχθούμε ότι οι περισσότεροι προέρχονται από τον χώρο της Ν.Δ.

Όσοι από τον χώρο της συμπολίτευσης υποστηρίζουν ότι οι ψηφοφόροι της με την αποχή ήθελαν να στείλουν μήνυμα στην κυβέρνηση είναι λογικό να υποθέσουμε ότι προσερχόμενοι στις κάλπες το μήνυμά τους θα εκφραζόταν με το μαύρισμά της. Πάλι καλά, λοιπόν, να λένε που πήγαν στις παραλίες, και όχι στα εκλογικά τμήματα.

Η δεύτερη ερμηνεία που δίνεται στην αποχή είναι η δι’ αυτού του τρόπου αποδοκιμασία συλλήβδην της πολιτικής και των κομμάτων. Σίγουρα σ’ ένα ποσοστό αυτό ισχύει. Μόνο που αυτό το ποσοστό είναι μικρό. Πολύ μικρό.

Δύσκολα μπορεί να δεχθεί κάποιος ότι όλοι αυτοί οι λουόμενοι που παρήλαυναν από το εκράν των τηλεοράσεων έχουν τέτοιο υψηλό επίπεδο πολιτικής συνειδητότητας που επέλεξαν την αποχή για να εκφράσουν την απαρέσκεια και την… κάθετη διαφωνία τους για το πώς εξελίσσονται οι πολιτικές υποθέσεις στη χώρα μας.

Δεν υποστηρίζω ότι οι λουόμενοι είναι «ρουβίτσες», θαυμαστές της Τζούλιας Αλεξανδράτου, οπαδοί του Ψινάκη ή ανήκουν στο φαν κλαμπ της Σκορδά, της Μενεγάκη και της Δρούτσα, όμως πολλοί εξ αυτών συγκροτούν το… κίνημα των γιουροβιζιονιστών, το οποίο καταγγέλλουν ως εκφυλιστικό κοινωνικό φαινόμενο αυτοί που σήμερα θεωρούν την αποχή ως ιδιαίτερης πολιτικής βαρύτητας στάση.

Τα πράγματα και με την αποχή είναι, λοιπόν, επίσης πολύ απλά. Στην Ελλάδα παραδοσιακά υπάρχει ένα ποσοστό περίπου 30% που δεν προσέρχεται στις κάλπες. Απόλυτα φυσιολογικό. Μάλιστα, είναι και μικρότερο το ποσοστό, αφού σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται οι ομογενείς, οι υπερήλικες και οι διπλοεγγεγραμμένοι. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές η αποχή ήταν 37% και δεν ηγέρθη κανένα θέμα. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα επιπλέον ποσοστό 10%, το οποίο μάλλον δικαιολογείται.

Η χαλαρότητα της ψήφου, δεν εκλέγεται κυβέρνηση στις ευρωεκλογές, είναι ένα δεδομένο. Η σύμπτωση με το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, που είχε και ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες, είναι το δεύτερο. Το τρίτο συνδέεται με το γεγονός ότι οι νέες ηλικίες (18-23 χρόνων), που απέκτησαν δικαίωμα ψήφου μετά τις ευρωεκλογές του 2004, δεν πάσχουν από το σύνδρομο της υπερπολιτικοποίησης και σαφέστατα έχουν διαφορετικά πρότυπα. Χαλαρή σχέση με την πολιτική και άλλες προτεραιότητες στη ζωή τους έχουν και οι κάτω των 35 ετών.

Οπότε η συνειδητή πολιτική αποχή και η υποκρύπτουσα απορριπτική στάση του υφιστάμενου κοινωνικο-πολιτικού status είναι μάλλον μικρό ποσοστό και σίγουρα εξηγείται. Πρώτον, από την αφασία των κομμάτων. Δεύτερον, από την αποτυχία της κυβέρνησης (της τωρινής και των προηγούμενων) να λύσει βασικά προβλήματα της καθημερινότητας. Τρίτον, από την απογοήτευση σχετικά με την ύπαρξη συγκεκριμένου εναλλακτικού οράματος και σχεδίου για την κοινωνία.

Και, τέταρτον, ένεκα της απώθησης που προκαλούν οι Βρυξέλλες. Αφενός λόγω της αδυναμίας της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την οικονομική κρίση και αφετέρου να προωθήσει πολιτικές κοινωνικά πιο δίκαιες και φιλικές για την πλειονότητα των Ευρωπαίων πολιτών. Και, βέβαια, η γραφειοκρατική της δομή και λειτουργία, καθώς και η εν πολλοίς υποταγή της στις επιλογές των ΗΠΑ, συνθέτουν μια ήκιστα ελκυστική εικόνα.

Ας έλθουμε τώρα στο τρίτο θέμα των συζητήσεων στους ανά την επικράτεια καφενέδες. Το ρεύμα υπέρ του ΠΑΣΟΚ. «Εντάξει», λέγεται, «έχασε η Ν.Δ., αλλά το ΠΑΣΟΚ δεν εμφάνισε» στην κάλπη «ρεύμα αυτοδυναμίας» για τις εθνικές εκλογές. Αλήθεια είναι αυτό, αλλά ας δούμε αν το ποσοστό που έλαβε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορεί να αποδειχθεί όντως το εφαλτήριο για να διεκδικήσει τη νίκη και την αυτοδυναμία έπειτα από μερικούς μήνες.

Αρχικά ας μεταφερθούμε πίσω στον χρόνο. Τον Ιούνιο του 2008, οι συζητήσεις που γίνονταν ήταν αν το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να μείνει ενωμένο. Όλες οι δημοσκοπήσεις το έφερναν στη δεύτερη θέση. Τα (μεγαλο)στελέχη της τότε Χαρ. Τρικούπη σχετικά με τις ευρωεκλογές έθεταν, κατά το δοκούν και συμφέρον, τον πήχυ σε διαφορετικό ύψος. «Να μην πέσουμε κάτω από το ποσοστό των προηγούμενων ευρωεκλογών» (34,01%), έλεγαν ορισμένοι. «Να κερδίσουμε έστω και μία (1) ψήφο διαφοράς», υποστήριζαν άλλοι. «Να είναι το ΠΑΣΟΚ πρώτο κόμμα», διατείνονταν οι «ρευματοπαθείς».

Αργότερα ο πήχυς της διαφοράς έγινε 1%, στη συνέχεια πήγε στο 2% και κατέληξε στο 3%, εκεί που τον τοποθετούσαν και οι της κυβερνήσεως προκειμένου να ευσταθεί, μεταχρονολογημένα, το επιχείρημα του 1999, όταν δηλαδή ο Κ. Σημίτης έχασε μ’ αυτό το ποσοστό τις ευρωεκλογές και κέρδισε με 1% τις εθνικές εκλογές.

Τελικά η διαφορά ξεπέρασε το 4%, το όριο δηλαδή της καταστροφής, όπως προεκλογικά ελέγετο για την κυβέρνηση. Έφτασε το 4,4%, κάτι και που -σύμφωνα με τα προεκλογικά λεγόμενα- «σφραγίζει» τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές.

Τι άλλαξε, λοιπόν, και το 4,4% δεν ικανοποιεί κάποιους; Πόσο έπρεπε να πάει, για να σταλεί το μήνυμα ότι επίκειται αλλαγή βάρδιας στην εξουσία; Έπρεπε να είναι το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ μεγαλύτερο, λένε. Μα αν το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ ήταν μεγαλύτερο, θα ήταν μεγαλύτερη και η διαφορά από τη Ν.Δ. Ή λοιπόν ο πήχυς ήταν η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος ή ο πήχυς σχετιζόταν με το ποσοστό που θα λάμβανε το ΠΑΣΟΚ. Ας διαλέξουν.

Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ετέθη και τέτοιος πήχυς· ποσοστιαίος δηλαδή. Ναι, μόνον που ετέθη σε συσχέτιση με το ποσοστό του δικομματισμού. Θα υπήρχε πρόβλημα με το ποσοστό, αν το άθροισμα του δικομματισμού ήταν στο συν-πλην 60%, όπως το πιθανολογούσαν ορισμένοι ντερμπεντέρηδες.

Τελικά, όμως, ο δικομματισμός άγγιξε το 70%. Τολμώ μάλιστα να πω ότι θα ήταν και μεγαλύτερο το άθροισμα του δικομματισμού, εάν το όριο επιβίωσής του είχε τεθεί όχι στο 60%, αλλά στο 70%. Ο λαός ψηφίζει σοφά και για μια ακόμη φορά -και στις ευρωεκλογές- το απέδειξε. Όπως και η διαφορά του ΠΑΣΟΚ από τη Ν.Δ. θα ήταν μεγαλύτερη, εάν δεν είχε τεθεί ο πήχυς στο 3%, αλλά στο 5%. Όπως και προ μηνός είχα γράψει, σχολιάζοντας την γκρίζα θεωρία του 3%, η διαφορά θα είναι τόση όση χρειάζεται για να μην αμφισβητηθεί και προκειμένου να είναι καθαρό και ηχηρό το μήνυμα προς την κυβέρνηση. Όπερ και εγένετο.

Εξάλλου δεν χρειάζεται να είναι κάποιος προφήτης για να δει τα μελλούμενα. Αρκεί να προσπαθεί, με ψυχρότητα και αντικειμενικότητα, να ερμηνεύει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες που συντελούνται. Όσοι κάνουν τις επιθυμίες τους πραγματικότητα είθισται να διαψεύδονται. Αυτό έγινε και με τις ευρωεκλογές.

Παρ’ όλα αυτά όμως, το ερώτημα παραμένει. Είναι το 36,65% εφαλτήριο για νίκη και αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές; Ναι, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα συμβεί οτιδήποτε δραματικό και ο Γ. Παπανδρέου συνεχίσει με συνέπεια τη ρότα που χάραξε για το ΠΑΣΟΚ.

Τι πρέπει να κάνει; Να εμβαθύνει και να εκλαϊκεύσει το πρόγραμμά του. Να καταστήσει, με τον πλέον σαφή τρόπο, γνωστές τις κυβερνητικές του προτεραιότητες. Να ορίσει με καθαρό τρόπο και ν’ αρχίσει από τώρα, πρακτικά, να οικοδομεί τις κοινωνικές, αλλά και πολιτικές συμμαχίες του νέου μπλοκ εξουσίας, το οποίο θα εκφράσει η κυβέρνησή του. Να θέσει με ένταση τα νέα διλήμματα στα οποία πρέπει να απαντήσει η χώρα. Να συνεχίσει -χωρίς όμως υπερβολές και ροπή στον εύκολο δρόμο της σκανδαλολογίας- το μέτωπο κατά της διαφθοράς και να επιμείνει στην αναγκαιότητα για διαφορετικό ήθος και ύφος της διακυβέρνησης. Και να εντατικοποιήσει τους ρυθμούς ανανέωσης του στελεχιακού του δυναμικού, και κυρίως της ηγετικής ομάδας που θα ηγηθεί του σχεδίου κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης.

Εάν τα πράξει όλα αυτά, το 36,65% είναι εφαλτήριο για νίκη και αυτοδυναμία. Ο λαός, σοφά ποιώντας, δεν του έδωσε τα ευρήματα των exit polls, τις 6 και 7 μονάδες διαφοράς, για να μην οδηγήσει τα στελέχη του στην αλαζονεία, αλλά και για να του υπενθυμίζει τα προαναφερόμενα καθήκοντα. Ένα υψηλότερο ποσοστό και μια μεγαλύτερη διαφορά θα ήταν σαν να του εδίδετο «λευκή επιταγή».

Και αυτή, τη σήμερον ημέρα, με τη γενικευμένη κρίση που υπάρχει, αλλά και το πρότερο «αμαρτωλό» κυβερνητικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ, είναι δύσκολο να του δοθεί. Και δεν θα του δοθεί ειμή μόνον την ημέρα της κάλπης των εθνικών εκλογών και εφόσον δεν έχει εξοκείλει από την ακολουθούμενη ρότα.

Εάν μάλιστα θέλουμε να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς, ισχυρά ρεύματα νίκης, όπως τα έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν, έχουν εφεξής μικρές πιθανότητες να σχηματιστούν. Τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον. Είναι διαφορετική και η ελληνική κοινωνία, ενώ απουσιάζουν οι μανιχαϊστικές ιδεολογίες που προκαλούσαν ισχυρές φορτίσεις και έντονα πάθη.

Η ικανότητα διαχείρισης των δημόσιων και κρατικών υποθέσεων έχει υπερισχύσει έναντι του οραματικού λόγου. Οι πολίτες είναι περισσότερο καχύποπτοι απέναντι στις μεγάλες και κατά τεκμήριον ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας έχουν καταγεγραμμένο στο μητρώο τους μεγάλο κυβερνητικό παρελθόν, ενώ υπάρχουν και οι κοινοτικές νόρμες, εντός των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι να κινηθούμε.

Και βέβαια η κοινωνία στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» έχει από πολλού χρόνου απαντήσει υπέρ του πρώτου, τασσόμενη υπέρ του Κάουτσκι και όχι του Λένιν…

Monday, June 08, 2009

Η κάλπη βγάζει κάλπη (06-06-2009)

Eάν στηριχθούμε στα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, στις εκτιμήσεις των κομματικών επιτελείων, στις αναλύσεις των διαμορφωτών ευρύτερα της κοινής γνώμης και κυρίως στη γενικευμένη κοινωνική αίσθηση, τότε το αποτέλεσμα της ευρωκάλπης θα είναι νικηφόρο για την αξιωματική αντιπολίτευση. Ο Γ. Παπανδρέου έπειτα από 63 μήνες και τρεις εκλογικές ήττες θα καταφέρει να κερδίσει για πρώτη φορά τον Κ. Καραμανλή.

Η πρώτη ήττα του πρωθυπουργού θα έχει συνέπειες αφενός στη διακυβέρνηση της χώρας και την κυβερνητική συνοχή και αφετέρου στο πολιτικό σύστημα και τις ανακατατάξεις που επέρχονται. Εύλογη και πλέον σοβαρή εξέλιξη που θα δρομολογηθεί, ύστερα από ένα δυσμενές αποτέλεσμα για την κυβέρνηση, θεωρείται η προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Αυτό υποστηρίζουν πληροφορίες από τον κυβερνητικό χώρο, αλλά και πιθανολογείται από τους περισσότερους παράγοντες που επηρεάζουν τα του δημόσιου βίου.

Μάλιστα, η προκήρυξη πρόωρων εκλογών θεωρείται περίπου αναπόφευκτη, ανεξάρτητα από το εύρος της διαφοράς μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας. Για όσους γνωρίζουν τα τεκταινόμενα στο παρασκήνιο, η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας το μόνο που θα επηρεάσει είναι οι όροι και ο χρόνος προσφυγής στις εθνικές κάλπες. Εάν η διαφορά είναι μικρή, μέχρι δύο μονάδες, τότε ο Κ. Καραμανλής θα θελήσει να εκμεταλλευθεί το κλίμα ανακούφισης και σχετικής ευφορίας που θα καλλιεργηθεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Αυτό, σε συνδυασμό με την πιθανολογούμενη αμφιθυμία που θα επικρατεί στους πράσινους, λόγω των υψηλών προσδοκιών που και τεχνηέντως από τη Ρηγίλλης, τα Μέσα Ενημέρωσης και μερίδα αντιηγετικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ έχουν καλλιεργηθεί σχετικά με το μέγεθος της διαφοράς (το περίφημο 3%), θα δώσει το δικαίωμα στον πρωθυπουργό να ελπίζει ότι μπορεί, αν όχι να καταφέρει μια τρίτη συνεχόμενη εκλογική νίκη σε εθνικές εκλογές, τουλάχιστον να στερήσει την αυτοδυναμία από το ΠΑΣΟΚ.

Μια τέτοια εξέλιξη θα κρατούσε τον Κ. Καραμανλή στο πολιτικό παιχνίδι, καθώς εικάζεται ότι θα αναπτυχθούν ισχυρές πιέσεις και από εξωπολιτικά κέντρα, προκειμένου να υπάρξει συνεργασία των δύο μεγάλων κομμάτων με το πρόσθετο επιχείρημα της εξόδου από την οικονομική κρίση.

Η βεβαία άρνηση του Γ. Παπανδρέου να συναινέσει στη σύμπηξη «μεγάλου συνασπισμού» θα δώσει το άλλοθι στον Κ. Καραμανλή να προχωρήσει σε συνεργασία με τον Γ. Καρατζαφέρη, προκειμένου η ενωμένη Δεξιά να διεκδικήσει σε δεύτερο χρόνο τη νίκη επί του ΠΑΣΟΚ.

Αρωγός ή και καταλύτης σε μια τέτοια εξέλιξη φέρονται να είναι οι Οικολόγοι! Η αιφνίδια δημοφιλία που απολαμβάνουν -πέραν της αντικειμενικής δυσαρέσκειας των πολιτών προς το κομματικό κατεστημένο- έχει εν πολλοίς αντιστοίχιση και εξήγηση με την προτέρα δημοσκοπική «πάχυνση» του ΣΥΡΙΖΑ.

Η συρρίκνωση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ τον βγάζει εκτός παιγνίων εξουσίας. Δεν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στη μη επίτευξη αυτοδυναμίας. Η ενίσχυση των Οικολόγων στις ευρωεκλογές ελπίζεται ότι θα τους ενδυναμώσει πολιτικά, ώστε στις εθνικές εκλογές να μπορέσουν, πιάνοντας το όριο του 3%, να μπουν ως έκτο κόμμα στη Βουλή.

Εξακομματική Βουλή είναι δύσκολο να δώσει αυτοδυναμία στο πρώτο κόμμα, όπως δεν θα έδινε και στην περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υψηλό ποσοστό. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, το ποσοστό που θα λάβουν οι Οικολόγοι στις ευρωεκλογές θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και με την προοπτική να υπάρξει ή όχι ισχυρή και αυτοδύναμη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές. Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση ο Γ. Παπανδρέου να σχηματίσει συμμαχική κυβέρνηση με τους Οικολόγους και ένα τμήμα, το ανανεωτικό, του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως κι αυτή η περίπτωση μάλλον πρέπει να αποκλειστεί, καθώς θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε σε μια κυβέρνηση που καλείται να διαχειριστεί την οικονομική κρίση και τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που μαστίζουν την ελληνική κοινωνία.

Εάν η διαφορά είναι μεγάλη, άνω των τεσσάρων μονάδων, τότε η προσφυγή σε πρόωρες εκλογές θα προκύψει εξ ανάγκης και όχι με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει η κυβέρνηση να διαχειριστεί το νέο πολιτικό τοπίο που θα προκύψει. Το ΠΑΣΟΚ θα πολλαπλασιάσει τις επιθέσεις και την κριτική, θέτοντας αμέσως και ευθέως ζήτημα δυσαρμονίας της κυβερνητικής -ούτως ή άλλως ισχνής και προβληματικής- πλειοψηφίας με το λαϊκό αίσθημα.

Η ψυχολογία των γαλάζιων σε περίπτωση ήττας με μεγάλη διαφορά θα πέσει στο ναδίρ. Ο αποσυντονισμός της κυβέρνησης θα μεγαλώσει, ενώ θα παγώσει και η διοικητική γραφειοκρατία του Δημοσίου. Δύσκολα θα λαμβάνονται ή θα υπογράφονται, δεδομένου και του κλίματος σκανδάλων και σκανδαλολογίας που επικρατεί, αποφάσεις όχι μόνον από τους κατά νόμον υπεύθυνους, αλλά και από τους πολιτικούς τους προϊσταμένους.

Η διεθνής θέση της χώρας θα αδυνατίσει, καθώς η κυβέρνηση θα εκλαμβάνεται περίπου ως μεταβατική. Τα σκληρά και επώδυνα μέτρα που απαιτεί η Κομισιόν εάν δεν αναβληθούν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πιστοληπτική μας ικανότητα, τα δημοσιονομικά μας μεγέθη και τη θέση μας στην Ευρωζώνη, θα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, λόγω των κοινωνικών αντιδράσεων που θα υπάρξουν και οι οποίες υποβοηθούμενες από το εκλογικό αποτέλεσμα θα είναι πλέον ισχυρές.

Σ’ αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η πιθανότητα να υπάρξουν ραγδαίες εσωκομματικές εξελίξεις στη Ν.Δ. Ακόμη κι αν αυτές προσώρας τιθασευτούν, η δελφινολογία θα ακμάσει και ο Κ. Καραμανλής αποδυναμωμένος θα βρεθεί ενώπιον υπαρξιακών διλημμάτων σχετικά με το πολιτικό του μέλλον. Η περίπτωση να αφεθεί να λάβει τα μέτρα αυτός -ώστε να μην αναγκαστεί να τα λάβει ο διάδοχός του-, να χρεωθεί το πολιτικό κόστος και κάποια στιγμή να ανατραπεί δεν πρέπει να αποκλειστεί.

Στην πρώτη περίπτωση, της διαφοράς κάτω από τις δύο μονάδες, είναι λίαν πιθανό ο Κ. Καραμανλής να μπει στον πειρασμό να προκηρύξει εκλογές όχι τον Σεπτέμβριο, αλλά τον Ιούλιο. Αφενός για να μην αναγκαστεί να λάβει σκληρά μέτρα, αλλά να θέσει στο εκλογικό σώμα το δίλημμα ότι υπό την ηγεσία του η κρίση θα ξεπεραστεί, καθώς μάλιστα διεθνώς διαφαίνονται σημάδια ανάκαμψης.

Να ζητήσει, δηλαδή, να εγκρίνουν οι πολίτες μια ήπια «πολιτική μεταρρυθμίσεων» και όχι μια «πολιτική-σοκ», άσχετα με το τι θα συμβεί μετά. Και αφετέρου να εκμεταλλευθεί την γκρίνια που πιθανολογεί ότι θα αναπτυχθεί βοηθούντων και των Μέσων Ενημέρωσης στο ΠΑΣΟΚ.

Στη δεύτερη περίπτωση, της διαφοράς πάνω από τέσσερις μονάδες, πιθανότατα η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πάει σε πρόωρες εκλογές τον Σεπτέμβριο, καθώς θα επικρέμαται η επιτήρηση της Κομισιόν τον Οκτώβριο, αλλά και επειδή θα υπάρχει αδυναμία να συνταχθεί προϋπολογισμός για το 2010.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, η προσφυγή στις κάλπες τον Σεπτέμβριο δεν θα είναι με πρωτοβουλία του Κ. Καραμανλή, αφού ο πρωθυπουργός γνωρίζει ότι εκλογές τον Σεπτέμβριο ύστερα από ένα τέτοιο δυσμενές αποτέλεσμα θα ισοδυναμούν με παράδοση της εξουσίας στο ΠΑΣΟΚ, κάτι που ουδέποτε θα του συγχωρεθεί από τα στελέχη και τους οπαδούς της συντηρητικής παράταξης.

Μάλιστα, δεν αποκλείεται να προκρίνει έκτακτες διαδικασίες, μη αποκλειόμενης και της μεταβατικής λύσης Σουφλιά, καθώς το προφίλ της Ντόρας Μπακογιάννη με αφορμή το σκάνδαλο Siemens έχει τρωθεί, η λάμψη του Δ. Αβραμόπουλου έχει θαμπώσει, ενώ ο Αντ. Σαμαράς χρειάζεται ακόμη χρόνο για να εμπεδωθεί στη συνείδηση των γαλάζιων ως η ηγετική λύση της «επόμενης μέρας».

Η μόνη περίπτωση να «σπρωχτούν» οι εκλογές για τον Φεβρουάριο του 2010 είναι να υπάρξει ένα εκλογικό αποτέλεσμα που θα ερμηνεύεται κατά το δοκούν. Κι αυτό είναι η διαφορά γύρω από το 3% όπου έχει έξυπνα, τουλάχιστον εκ μέρους της Ρηγίλλης, τοποθετηθεί ο πήχυς. Όμως, και σ’ αυτή την περίπτωση, το τοπίο μετά την 8η Ιουνίου θα είναι προβληματικό.

Ο Γ. Παπανδρέου έχει δεσμευθεί ότι πρώτα θα λυθεί το πολιτικό πρόβλημα και μετά θα συναινέσει στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Για οκτώ λοιπόν μήνες η χώρα θα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, με μια κυβέρνηση οριακής και εύθραυστης πλειοψηφίας, με μια αντιπολίτευση (όλων των κομμάτων) να κλιμακώνει τις επιθέσεις της για να βρεθεί σε καλύτερη θέση τον Φεβρουάριο, με μια κοινωνία που ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκραγεί, με μια οικονομία που συνεχώς θα βυθίζεται, ένεκα και της πολιτικής απροσδιοριστίας, και με τον πολιτικό και δημόσιο διάλογο να συνεχίζει να επικεντρώνεται στα σκάνδαλα, πρόσφατα και του παρελθόντος, και όχι στα ζέοντα καθημερινά και χρόνια προβλήματα των πολιτών.

Τούτων δοθέντων, η ευρωκάλπη το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα που θα βγάλει θα είναι νέες εκλογές. Ενδεχομένως, δε, οι νέες εκλογές, εφόσον δεν υπάρξει αυτοδυναμία, να οδηγήσουν και πάλι σε εκλογές, προκειμένου αυτή να επιτευχθεί, βοηθούντος και του νέου εκλογικού νόμου με τον οποίο θα διεξαχθούν.

Τι άλλο θα βγάλει η κάλπη της 7ης Ιουνίου; Υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβεβαιωθούν η γενικευμένη κοινωνική αίσθηση και οι δημοσκοπήσεις -που τις τελευταίες ώρες γίνονται ολοένα και πιο δυσμενείς για τη Ν.Δ., αλλά και προσωπικά για την εικόνα του ίδιου του Κ. Καραμανλή, ιδίως στον λεγόμενο μεσαίο χώρο-, πρώτον, θα καταστήσουν τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση ομήρους του αποτελέσματος και θα τους αφαιρέσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Δεύτερον, θα ενδυναμώσουν το ηγετικό και οιονεί πρωθυπουργικό προφίλ του Γ. Παπανδρέου και θα φέρουν το ΠΑΣΟΚ στα πρόθυρα της εξουσίας. Τρίτον, θα ξεκαθαρίσουν τα πρωτεία στον χώρο της Αριστεράς. Το ΚΚΕ θα διατηρήσει τα σκήπτρα και τα διάσημα στην κομμουνιστογενή εκδοχή της, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που θα μπει σε περιδίνηση, μη αποκλειομένης εν καιρώ και της διάσπασης.

Τέταρτον, ο ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη θα κατοχυρώσει την κοινοβουλευτική του παρουσία και την αυξανόμενη παρεμβατικότητά του στην «πολυκατοικία» της συντηρητικής παράταξης. Πέμπτον, οι Οικολόγοι θα αποκτήσουν φωνή όχι μόνο στην Ευρωβουλή, αλλά και στα εγχώρια πολιτικά πράγματα. Ενδέχεται, μάλιστα, να γίνουν σοβαρή παράμετρος των πολιτικών εξελίξεων, εφόσον καταφέρουν να διατηρήσουν τη δυναμική τους, κάτι που σίγουρα δεν είναι και τόσο εύκολο όσο προβλέπεται.

Και, έκτον, ο δικομματισμός παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις όχι μόνον δεν καταρρέει, αλλά πιθανότατα μεταμορφούμενος θα συνεχίσει να αποτελεί την πιο έγκυρη και ασφαλή εκδοχή διακυβέρνησης.